Ο κλάδος της Ζυθοποιίας στην Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα απαιτητικό περιβάλλον, που χαρακτηρίζεται από στασιμότητα της ζήτησης, μείωση της κατανάλωσης εκτός σπιτιού και έντονο ανταγωνισμό από άλλα ποτά. Παράλληλα, η υψηλή φορολογία, η ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη του λιανεμπορίου και η εξάρτηση από τον τουρισμό επιβαρύνουν τις επιδόσεις των επιχειρήσεων του κλάδου.
Η αύξηση του κόστους παραγωγής και οι πιέσεις στις πρώτες ύλες, εν μέρει λόγω της κλιματικής αλλαγής, εντείνουν τις προκλήσεις. Ωστόσο, η ανάπτυξη της μικροζυθοποιίας, η στροφή προς ποιοτικά και διαφοροποιημένα προϊόντα, καθώς και η ενίσχυση της καινοτομίας και της βιωσιμότητας, δημιουργούν προοπτικές για ένα πιο ανθεκτικό και ανταγωνιστικό μέλλον. Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), με τίτλο «Ο κλάδος της Ζυθοποιίας στην Ελλάδα: Τάσεις, συμβολή στην οικονομία και προκλήσεις», η οποία υποστηρίχθηκε από την Αθηναϊκή Ζυθοποιία.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η αγορά μπίρας στην Ελλάδα βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε πορεία ανάκαμψης, μετά την υποχώρηση της προηγούμενης δεκαετίας. Η παραγωγή μπίρας το 2024 ανήλθε σε 4,31 εκατ. εκατόλιτρα, ενώ λειτουργούν περίπου 76 ζυθοποιίες, με αυξητική τάση λόγω της ανάπτυξης των μικροζυθοποιιών.
Ο κύκλος εργασιών του κλάδου εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε σε 626 εκατ. ευρώ, ενισχυμένος και από τις πληθωριστικές πιέσεις. Η κατανάλωση προσέγγισε τα προ κρίσης επίπεδα το 2024, ωστόσο το 2025 εκτιμάται ότι υποχώρησε κατά 5%, αντανακλώντας πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Η κατά κεφαλήν κατανάλωση μπίρας στην Ελλάδα ανέρχεται σε 41 λίτρα ανά κάτοικο, παραμένοντας από τις χαμηλότερες στην ΕΕ-27. Παράλληλα, παρατηρείται μετατόπιση προς τη λιανική αγορά, καθώς αυξάνονται οι πωλήσεις στα καταστήματα και μειώνεται η κατανάλωση σε χώρους εστίασης και φιλοξενίας, παρά την άνοδο του τουρισμού.
Επιδόσεις, εξαγωγές και συμβολή στην οικονομία
Οι εξαγωγές μπίρας ανήλθαν σε 35 εκατ. ευρώ, διπλάσιες σε σχέση με την περίοδο πριν το 2010, ενώ οι εισαγωγές έφτασαν τα 39 εκατ. ευρώ, γεγονός που υποδηλώνει ενίσχυση του ανταγωνισμού και αυξημένη ζήτηση για διεθνή σήματα.
Η προστιθέμενη αξία που δημιουργήθηκε άμεσα και έμμεσα από τη Ζυθοποιία το 2024 ανέρχεται σε 576 εκατ. ευρώ, ενώ η συνολική προστιθέμενη αξία της ευρύτερης εφοδιαστικής αλυσίδας (λιανεμπόριο και HORECA) φτάνει τα 2,041 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 0,86% του ΑΕΠ. Για κάθε 1 ευρώ άμεσης προστιθέμενης αξίας, δημιουργούνται επιπλέον 9,3 ευρώ στην ελληνική οικονομία.
Η συνολική απασχόληση που υποστηρίζεται από τη δραστηριότητα της Ζυθοποιίας ανέρχεται σε περίπου 73 χιλιάδες θέσεις εργασίας, με την πλειονότητα να συνδέεται με τον κλάδο της εστίασης και φιλοξενίας. Για κάθε άμεση θέση στη Ζυθοποιία δημιουργούνται 39 επιπλέον θέσεις στην οικονομία.
Τα φορολογικά έσοδα που προήλθαν άμεσα και έμμεσα από τη Ζυθοποιία το 2024 ανήλθαν σε 427 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 203 εκατ. ευρώ από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης μπίρας. Συνολικά, τα έσοδα της ευρύτερης αλυσίδας, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, φτάνουν τα 1,53 δισ. ευρώ.
Αγορά και ανταγωνισμός
Τα τελευταία 25 χρόνια, ο κλάδος έχει υποστεί σημαντικές δομικές μεταβολές. Το μερίδιο αγοράς της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας μειώθηκε σε 54% το 2024 από 80% το 2000, ενώ η Ολυμπιακή Ζυθοποιία, μετά τη συγχώνευσή της με τη Ζυθοποιία Μύθος, κατέχει 27%. Οι εταιρείες που ακολουθούν, η Ελληνική Ζυθοποιία Αταλάντης και η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης, κατέγραψαν αύξηση μεριδίου κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2000-2024.
Ο δείκτης συγκέντρωσης της αγοράς (HHI) μειώθηκε κατά 43% την ίδια περίοδο, αποτυπώνοντας μια λιγότερο συγκεντρωμένη και περισσότερο ανταγωνιστική αγορά. Παράλληλα, σημειώθηκε στροφή προς μπίρες με ελληνική επωνυμία, ενίσχυση των προϊόντων μικροζυθοποιίας και μπίρας χωρίς αλκοόλ, ενώ οι μπίρες ιδιωτικής ετικέτας παρουσιάζουν πτωτική πορεία μετά το 2013.
Το πλήθος των εμπορικών σημάτων που διατίθενται στην εγχώρια αγορά έχει αυξηθεί σημαντικά, ενισχύοντας την ποικιλία και τον ανταγωνισμό. Η διαφήμιση παραμένει στρατηγικό εργαλείο, επηρεάζοντας τη δομή της αγοράς και τη μετακίνηση μεριδίων. Οι δαπάνες προβολής των τριών μεγαλύτερων ζυθοποιιών μειώθηκαν από 45 εκατ. ευρώ το 2015 σε 35 εκατ. ευρώ το 2024, ποσοστό 8,2% του ετήσιου κύκλου εργασιών τους.
Κερδοφορία και φορολογική επιβάρυνση
Το περιθώριο καθαρού κέρδους του κλάδου διαμορφώθηκε σε 10,5% το 2024, χαμηλότερα από τα ιστορικά επίπεδα 14%-15%. Η μείωση συνδέεται με τον αυξημένο ανταγωνισμό, το υψηλό κόστος και τη διαπραγματευτική ισχύ του λιανεμπορίου.
Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης (ΕΦΚ) στη μπίρα παραμένει από τους υψηλότερους στην ΕΕ-27, περίπου 50% πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μετά από πέντε διαδοχικές αυξήσεις την περίοδο 2009-2016, ο ΕΦΚ έχει σχεδόν διπλασιαστεί σε σχέση με το καθεστώς πριν το 2016 και πενταπλασιαστεί σε σύγκριση με το 2009, επιβαρύνοντας τις τελικές τιμές.
Το 2024, τα έσοδα του κράτους από τον συγκεκριμένο φόρο ανήλθαν σε 203 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη δημοσιονομική του σημασία. Συνολικά, η φορολογική επιβάρυνση, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, εκτιμάται ότι προσεγγίζει το 42% της τελικής τιμής λιανικής, επηρεάζοντας τόσο τις τιμές όσο και τη ζήτηση.