Δέκα χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, κατέθεσαν κοινή πρόταση προς την Κομισιόν με επτά βασικές προτεραιότητες για την επικείμενη αναθεώρηση του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (EU ETS).
Όπως επισημαίνουν πηγές του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η επίτευξη των κλιματικών στόχων και της απανθρακοποίησης παραμένει κεντρική προτεραιότητα. Ωστόσο, οι τρέχουσες γεωπολιτικές και οικονομικές συνθήκες καθιστούν εξίσου κρίσιμη την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, της βιομηχανικής παραγωγής και της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης.
Η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για την ανταγωνιστικότητα και την καθαρή βιομηχανία αναγνωρίζει ότι η βιώσιμη μετάβαση μπορεί να επιτύχει μόνο με ισχυρή παραγωγική βάση, προσιτό ενεργειακό κόστος, στοχευμένες επενδύσεις και κοινωνική συνοχή. Στο πλαίσιο αυτό, η αναθεώρηση του ETS αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις των επόμενων ετών.
Η Ελλάδα, μαζί με την Ιταλία, την Πολωνία, τη Βουλγαρία, την Κύπρο, την Τσεχία, την Εσθονία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Σλοβακία, συνυπογράφει την κοινή αυτή πρωτοβουλία, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μιας πιο ισορροπημένης και αποτελεσματικής ευρωπαϊκής προσέγγισης. Όπως υπενθυμίζεται, η πλειοψηφία αυτών των κρατών πέτυχε ήδη στο Έκτακτο Συμβούλιο Υπουργών Περιβάλλοντος στις 4 Νοεμβρίου 2025 την αναβολή του ETS2 για έναν χρόνο.
Η πρωτοβουλία δεν αμφισβητεί τον ρόλο του ETS ως βασικού εργαλείου της ΕΕ για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Αντιθέτως, στοχεύει στη διασφάλιση ότι το σύστημα θα συνεχίσει να υπηρετεί αποτελεσματικά τους περιβαλλοντικούς στόχους, λαμβάνοντας υπόψη τις νέες προτεραιότητες της Ένωσης για ανταγωνιστικότητα, ενεργειακή ασφάλεια, κοινωνική συνοχή και διατήρηση της βιομηχανικής παραγωγής εντός Ευρώπης.
Η θέση της Ελλάδας και οι επτά προτεραιότητες
Για την Ελλάδα, η αναθεώρηση του ETS έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η χώρα προχωρά με συνέπεια την ενεργειακή μετάβαση, επενδύοντας στις ανανεώσιμες πηγές, τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις και τις υποδομές ενεργειακής ασφάλειας. Επιπλέον, η νησιωτικότητα, η στρατηγική σημασία της ναυτιλίας και η ανάγκη διατήρησης μιας ανταγωνιστικής βιομηχανικής βάσης αποτελούν κρίσιμους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό.
Οι επτά βασικές προτεραιότητες που στηρίζουν την ελληνική θέση είναι οι εξής:
1. Ρεαλιστική πορεία μείωσης των εκπομπών: Η μετάβαση πρέπει να παραμείνει φιλόδοξη αλλά και ρεαλιστική, προσφέροντας χρόνο προσαρμογής και στήριξης στη βιομηχανία και στο ενεργειακό σύστημα, ώστε να αποφευχθεί απώλεια παραγωγικών δραστηριοτήτων και θέσεων εργασίας.
2. Προστασία της ανταγωνιστικότητας: Η διατήρηση δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων είναι αναγκαία έως ότου αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), προστατεύοντας κρίσιμους εξαγωγικούς κλάδους όπως το αλουμίνιο, το τσιμέντο και τα διυλιστήρια.
3. Αναγνώριση εθνικών ιδιαιτεροτήτων: Η αναθεώρηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα διαφορετικά ενεργειακά μείγματα, τα επίπεδα ανάπτυξης και τις ειδικές συνθήκες κάθε κράτους-μέλους, όπως η νησιωτικότητα και το υψηλότερο κόστος μετάβασης.
4. Κοινωνικά δίκαιη εφαρμογή του ETS2: Η εφαρμογή του συστήματος οφείλει να προστατεύει τα ευάλωτα νοικοκυριά και να διατηρεί την κοινωνική αποδοχή της πράσινης μετάβασης.
5. Προβλεψιμότητα στην αγορά άνθρακα: Η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα της τιμής του CO₂ αποτελούν προϋπόθεση για επενδύσεις, μείωση του ενεργειακού κόστους και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
6. Προστασία της ναυτιλίας και των ευρωπαϊκών λιμένων: Η αναθεώρηση πρέπει να αποτρέπει τη μεταφορά δραστηριότητας σε λιμένες τρίτων χωρών, να στηρίζει παγκόσμια λύση μέσω του IMO και να προωθεί δικαιότερη κατανομή εσόδων του ETS στον ναυτιλιακό τομέα.
7. Διασφάλιση αεροπορικής συνδεσιμότητας: Η αναθεώρηση για τις αερομεταφορές πρέπει να ευθυγραμμίζεται με το διεθνές πλαίσιο (CORSIA) και να προστατεύει τη συνδεσιμότητα και τον τουρισμό.
Όπως καταλήγουν οι πηγές του υπουργείου, η ελληνική θέση είναι σαφής: η κλιματική φιλοδοξία, η ανταγωνιστικότητα, η ενεργειακή ασφάλεια και η κοινωνική συνοχή αποτελούν συμπληρωματικούς στόχους που πρέπει να υπηρετούνται ταυτόχρονα.
Με τη συμμετοχή της στην κοινή αυτή πρωτοβουλία, η Ελλάδα συμβάλλει ενεργά στη διαμόρφωση ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού EU ETS, που θα μειώνει τις εκπομπές, ενώ θα ενισχύει την κοινωνική συνοχή, τη βιομηχανία, τη ναυτιλία και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.