Σημαντική επιβράδυνση στον ρυθμό μείωσης των γεννήσεων στην Ελλάδα καταγράφεται κατά το πρώτο οκτάμηνο του 2026, σύμφωνα με στοιχεία που προκύπτουν από τις ληξιαρχικές πράξεις του υπουργείου Εσωτερικών.
Κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου, σημειώθηκαν 43.339 γεννήσεις. Η αναγωγή για το σύνολο του έτους εκτιμά ότι ο αριθμός θα φτάσει περίπου τις 65.006, με πιθανότητα η τελική επίδοση να είναι ελαφρώς υψηλότερη, καθώς ο Δεκέμβριος παραδοσιακά παρουσιάζει αυξημένες γεννήσεις.
Παρά το γεγονός ότι ο συνολικός αριθμός γεννήσεων παραμένει μειωμένος σε σχέση με το προηγούμενο έτος, η μείωση εμφανίζεται αισθητά μικρότερη σε σύγκριση με τα τελευταία χρόνια. Το 2025 είχαν καταγραφεί 66.532 γεννήσεις, οι λιγότερες από το 2013, όταν ήταν 64.568. Μετά την ανάκαμψη που ακολούθησε τη μεγάλη οικονομική κρίση, οι γεννήσεις μειώνονται σταθερά από την πανδημία: από 86.390 το 2021, σε 77.106 το 2022, 72.244 το 2023 και 69.675 το 2024.
Τα νέα δεδομένα του 2026 δείχνουν ότι, εφόσον συνεχιστεί ο ρυθμός του οκταμήνου και δεν πρόκειται για συγκυριακή τάση, η ετήσια υποχώρηση περιορίζεται κατά 50% σε σύγκριση με την τελευταία τριετία. Ενώ οι γεννήσεις μειώνονταν πάνω από 3.000 ετησίως, το 2026 η μείωση αναμένεται να περιοριστεί σε περίπου 1.500.
Η δημογραφική αυτή εικόνα απαιτεί προσεκτική ανάλυση, καθώς τα στοιχεία των ληξιαρχείων αποτελούν διοικητικά δεδομένα και όχι πλήρη δημογραφική μελέτη. Παρόλα αυτά, προσφέρουν σημαντική ένδειξη για την αξιολόγηση και χάραξη πολιτικής, με στόχο την ενίσχυση της οικογένειας και την αύξηση των γεννήσεων στη χώρα.
Όπως αναφέρει η Γενική Γραμματέας της Ανώτατης Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων Ελλάδος, Δήμητρα-Ινές Αγγελή, «η μείωση κατά 50% στον ρυθμό μείωσης των γεννήσεων αποτελεί μια εξαιρετικά θετική εξέλιξη, καθώς δείχνει σαφή πρόοδο και καταγράφει τάσεις αντιστροφής του δημογραφικού προβλήματος. Αυτή η δυναμική, όπως αποδεικνύεται για το έτος 2026 με γνώμονα το αρχείο των ληξιαρχικών πράξεων του Υπουργείου Εσωτερικών, συνδέεται άμεσα με τα οικονομικά, εργασιακά και κοινωνικού χαρακτήρα μέτρα στήριξης της οικογένειας που αργά αλλά σταθερά παίρνει η κυβέρνηση. Αν η πορεία αυτή συνεχιστεί, μπορεί να οδηγήσει στην επιστροφή στο μοντέλο της παραδοσιακής οικογένειας με παιδιά. Οι στοχευμένες αυτές παρεμβάσεις αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη των νέων ζευγαριών, ενισχύοντας τον κοινωνικό ιστό και θέτοντας τις βάσεις για την πληθυσμιακή αναγέννηση της χώρας».
Πρώτες ενδείξεις αλλαγής
Από το 2019 έως το 2025 εφαρμόστηκε ένα ευρύ φάσμα οικονομικών, φορολογικών και εργασιακών παρεμβάσεων για τη στήριξη των οικογενειών. Σε αυτά περιλαμβάνονται το εφάπαξ επίδομα γέννησης, αυξήσεις αποδοχών για δημόσιους υπαλλήλους, το πρόγραμμα «Νταντάδες της Γειτονιάς», ενίσχυση vouchers για παιδικούς σταθμούς, διεύρυνση κοινωνικού τουρισμού, μεγαλύτερη άδεια μητρότητας και πατρότητας, φορολογικές ελαφρύνσεις και αυξημένο αφορολόγητο όριο για κάθε παιδί.
Επιπλέον, υλοποιήθηκαν στεγαστικά προγράμματα όπως το «Σπίτι μου ΙΙ», κίνητρα για επιχειρήσεις που στηρίζουν γονείς, ειδικό τιμολόγιο ηλεκτρικής ενέργειας για πολύτεκνες οικογένειες και βοήθημα για αγρότισσες με παιδιά που εισάγονται στο πανεπιστήμιο.
Νέα μέτρα για οικογένειες με παιδιά
Το νέο πακέτο μέτρων που παρουσιάστηκε στη ΔΕΘ δίνει έμφαση στη μόνιμη στήριξη των οικογενειών με παιδιά. Κεντρική αλλαγή αποτελεί η φορολογική μεταχείριση τρίτεκνων και πολύτεκνων οικογενειών, με μηδενικό φόρο για τρίτεκνους έως 20.000 ευρώ εισόδημα από το 2027.
Για παράδειγμα, τρίτεκνος με ετήσιο εισόδημα 20.000 ευρώ, που έως τώρα κατέβαλλε φόρο 620 ευρώ, απαλλάσσεται πλέον πλήρως. Το όφελος θα γίνεται αισθητό στους μισθούς και τις συντάξεις κάθε μήνα, ενώ ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες θα το διαπιστώσουν στις φορολογικές δηλώσεις. Η ρύθμιση ευνοεί ιδιαίτερα περίπου 34.000 τρίτεκνους επαγγελματίες που υπάγονται στην τεκμαρτή φορολόγηση.
Όσοι δηλώνουν υψηλότερα εισοδήματα θα φορολογούνται μόνο για το τμήμα πάνω από τις 20.000 ευρώ, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τρίτεκνο μισθωτό με 30.000 ευρώ εισόδημα, που το ετήσιο όφελος φτάνει τα 1.800 ευρώ.
Για τους πολύτεκνους, ο μηδενικός φορολογικός συντελεστής ισχύει ήδη ως τα 20.000 ευρώ, ενώ το αφορολόγητο αυξάνεται σε 27.100 ευρώ το 2026. Επιπλέον, το επίδομα γέννησης αυξάνεται κατά 1.000 ευρώ για κάθε επιπλέον παιδί από το τέταρτο και μετά, με το ποσό να διαμορφώνεται κλιμακωτά για κάθε επόμενο παιδί.
Ενδεικτικά, για το τέταρτο παιδί το επίδομα ανέρχεται σε 4.500 ευρώ, για το πέμπτο 5.500 ευρώ, για το έκτο 6.500 ευρώ και για το έβδομο 7.500 ευρώ. Έτσι, μια οικογένεια με 14 παιδιά δικαιούται επίδομα 14.500 ευρώ, με αναδρομική καταβολή της διαφοράς.
Η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει τη νέα φιλοσοφία στήριξης, με έμφαση στις πολυμελείς οικογένειες και όχι μόνο στην πρώτη γέννηση.
Επενδυτικός λογαριασμός και στέγαση
Θεσμοθετείται ειδικός επενδυτικός λογαριασμός για τα βρέφη, όπου το κράτος θα καταθέτει ποσό ίσο με αυτό του γονέα και έως 1.200 ευρώ ετησίως, μέχρι τη συμπλήρωση των 18 ετών. Τα ποσά της κρατικής συνεισφοράς θα πιστώνονται περιοδικά από το Υπουργείο Οικονομικών.
Για παράδειγμα, σε βάθος 18 ετών, ο συνολικός λογαριασμός μπορεί να φτάσει τα 49.304 ευρώ, εκ των οποίων τα 24.652 ευρώ θα προέρχονται από κρατική ενίσχυση.
Στον τομέα της στέγασης, επεκτείνονται τα φορολογικά κίνητρα για ιδιοκτήτες που προσφέρουν κενές κατοικίες σε μακροχρόνια μίσθωση. Για τρίτεκνες και πολύτεκνες οικογένειες, το όριο των 120 τ.μ. αυξάνεται κατά 20 τ.μ. για κάθε παιδί πέραν των δύο. Παράλληλα, το νέο πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙΙ» θα περιλαμβάνει προνομιακούς όρους για πολύτεκνες οικογένειες.
Η ρύθμιση στοχεύει στην κάλυψη των αναγκών μεγαλύτερων οικογενειών για ευρύχωρες κατοικίες, που συχνά δεν καλύπτονται από τα υπάρχοντα κίνητρα.
Η επόμενη πρόκληση
Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι αν τα νέα μέτρα θα ενθαρρύνουν τα ζευγάρια να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά ή απλώς θα μειώσουν το κόστος για όσους έχουν ήδη οικογένεια.
Όπως επισημαίνει η Δήμητρα-Ινές Αγγελή, «το δημογραφικό ζήτημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την οικονομία, την αγορά εργασίας, την βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Για την ανατροπή του πληθυσμιακού ελλείμματος απαιτούνται τολμηρά επόμενα βήματα και ένα "Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Οικογένεια". Η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο είναι σημαντική για την βιωσιμότητα κάθε χώρας και η απόδοση δεν είναι τόσο χρονοβόρα όσο την θεωρούν τα οικονομικά μοντέλα αν γίνουν οι σωστές κινήσεις και σταματήσουμε να θεωρούμε τις οικογενειακές πολιτικές, "πρόνοια" κατά της φτώχειας».