Μία από τις πιο οργανωμένες και πολυεπίπεδες εγκληματικές οργανώσεις διακίνησης λαθραίων καπνικών προϊόντων εξαρθρώθηκε από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (ΔΑΟΕ), σύμφωνα με την ΕΛΑΣ.
Η οργάνωση είχε αναπτύξει πλήρως καθετοποιημένο σύστημα παράνομης παραγωγής, διακίνησης και εμπορίας λαθραίων τσιγάρων, δραστηριοποιούμενη τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Κατά την παρουσίαση της υπόθεσης στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, ο διευθυντής της ΔΑΟΕ, υποστράτηγος Φώτης Ντουίτσης, ανέφερε ότι η υπόθεση «αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς εξελίσσεται το οργανωμένο έγκλημα στη σύγχρονη εποχή, όχι αποσπασματικά, αλλά με δομή, διάρκεια, διεθνείς διασυνδέσεις και καθαρά επιχειρηματικά χαρακτηριστικά».
Ο κ. Ντουίτσης τόνισε ότι «πρόκειται για μια οργάνωση με πλήρη βιομηχανική υποδομή: Παράνομα εργοστάσια, αποθήκες, δίκτυα μεταφοράς, ανθρώπινο δυναμικό με διακριτούς ρόλους και αυστηρή ιεραρχία».
Η επιχείρηση για την εξάρθρωση της οργάνωσης πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 6 Ιανουαρίου, με τη συμμετοχή περίπου 300 αστυνομικών σε Αττική, Στερεά Ελλάδα, Εύβοια και Μαγνησία.
Συνελήφθησαν 26 μέλη, ανάμεσά τους οι δύο αρχηγοί, ενώ κατηγορούνται ακόμη 13 άτομα, μεταξύ των οποίων και ένας αστυνομικός. Ερευνάται η εμπλοκή εννέα ακόμη προσώπων.
Σε βάρος των εμπλεκομένων σχηματίστηκε δικογραφία για εγκληματική οργάνωση, λαθρεμπόριο, πλαστογραφία, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, καθώς και παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων και προστασίας αρχαιοτήτων.
Πολυεπίπεδη επιχειρησιακή δομή
Η έρευνα αποκάλυψε ότι από τον Αύγουστο του 2018 οι δύο φερόμενοι αρχηγοί λειτουργούσαν ως αφανείς καθοδηγητές, λαμβάνοντας αυστηρά μέτρα ασφαλείας.
Κεντρικό ρόλο είχε ένα «σημείο συντονισμού», από όπου γινόταν ο επιχειρησιακός σχεδιασμός, η επικοινωνία των μελών και η διαχείριση των οικονομικών πόρων.
Η οργάνωση διέθετε παράνομες εγκαταστάσεις επεξεργασίας καπνού και παραγωγής τσιγάρων, αποθήκες, δίκτυα μεταφοράς και διάθεσης προϊόντων.
Τα τσιγάρα συσκευάζονταν σε πλαστά πακέτα με σήματα γνωστών καπνοβιομηχανιών και μεταφέρονταν σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτες χώρες, ενώ μέρος της παραγωγής διοχετευόταν στην ελληνική αγορά.
Για τη συγκάλυψη της δράσης, τα μέλη χρησιμοποιούσαν πλαστά έγγραφα, εικονικές εταιρείες και τηλεφωνικές συνδέσεις σε ονόματα τρίτων. Η επικοινωνία τους βασιζόταν σε ειδικό κώδικα, με λέξεις όπως «κινέζος» για επιχειρησιακά οχήματα και «καρούμπαλο» για αστυνομικές δυνάμεις.
Οικονομική λειτουργία και διακίνηση μετρητών
Όπως ανέφερε η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ, Κωνσταντία Δημογλίδου, η οργάνωση λειτουργούσε σχεδόν αποκλειστικά με μετρητά, χωρίς τραπεζικό ίχνος. Σε διάστημα οκτώ ετών κατέβαλαν πάνω από 1,2 εκατ. ευρώ για μισθώσεις χώρων και διαχειρίζονταν πλήθος εγκαταστάσεων, οχημάτων και εξοπλισμού.
Η οικονομική έρευνα έδειξε ότι τα έσοδα κατευθύνονταν στα αρχηγικά μέλη μέσω μετρητών, ενώ στις οικίες τους βρέθηκαν μεγάλα χρηματικά ποσά, αντικείμενα αξίας και έγγραφα τραπεζών του εξωτερικού. Παράλληλα, εντοπίστηκαν εταιρείες-«βιτρίνες» με περιορισμένο προσωπικό, που χρησιμοποιούνταν για τη νομιμοποίηση εσόδων.
Διεθνής δράση και ζημία για το Δημόσιο
Από τα τέλη Σεπτεμβρίου 2025 έως σήμερα καταγράφηκαν τουλάχιστον 15 παραδόσεις λαθραίων φορτίων τσιγάρων. Η δραστηριότητα διακόπηκε προσωρινά τον Οκτώβριο 2025, μετά από κατασχέσεις στη Ρουμανία και την Πολωνία, αλλά επανεκκίνησε τον Ιανουάριο 2026.
Η ζημία για το Δημόσιο από τις συγκεκριμένες παραδόσεις υπολογίζεται σε 1,5 εκατ. ευρώ, ενώ οι διαφυγόντες φόροι και δασμοί ξεπερνούν τα 7 εκατ. ευρώ.
Κατασχέσεις και ευρήματα
Κατά τις έρευνες στις 6-7 Φεβρουαρίου 2026 εντοπίστηκαν τρεις πλήρως εξοπλισμένοι χώροι παραγωγής και τυποποίησης τσιγάρων, με βιομηχανικά μηχανήματα, γεννήτριες και γραμμές συσκευασίας.
Συνολικά κατασχέθηκαν 14,4 εκατ. τεμάχια τσιγάρων, 20 τόνοι καπνού, 1,2 εκατ. ευρώ, ξένα νομίσματα, όπλα, φυσίγγια, ηλεκτρονικός εξοπλισμός, πολυτελή ρολόγια και μεγάλες ποσότητες πρώτων υλών συσκευασίας.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.