Στην Ινδία αφίχθησαν ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν, και ο Ιρανός ομόλογός του, Μασούντ Πεζεσκιάν, για τη σύνοδο κορυφής των BRICS, η οποία πραγματοποιείται το Σαββατοκύριακο εν μέσω εντεινόμενων γεωπολιτικών προκλήσεων. Η συνάντηση λαμβάνει χώρα σε μια περίοδο όπου κυριαρχούν εξελίξεις από τη Μέση Ανατολή έως τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το απόγευμα, οι δύο ηγέτες θα έχουν διμερείς συνομιλίες με τον Ινδό πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι, ο οποίος φιλοξενεί τη σύνοδο, σύμφωνα με ανακοινώσεις από το Νέο Δελχί.
Ο πρόεδρος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, αναμένεται να φτάσει αύριο Σάββατο στην ινδική πρωτεύουσα, σηματοδοτώντας την πρώτη του επίσκεψη στο Νέο Δελχί από το 2019.
Η παρουσία του Σι θεωρείται ένδειξη σταδιακής επαναπροσέγγισης μεταξύ Ινδίας και Κίνας, έξι χρόνια μετά τις στρατιωτικές συγκρούσεις στα διαφιλονικούμενα σύνορα των δύο χωρών στα Ιμαλάια.
Οι δύο χώρες συνεχίζουν τις προσπάθειες για βελτίωση των σχέσεων, αν και η αμοιβαία δυσπιστία παραμένει. «Μπορεί κανείς να συμμετέχει σε διάλογο και να συνάπτει φιλία μόνο με τους ενάρετους, ποτέ με εκείνους που δεν είναι», ανέφερε στα σανσκριτικά ο Μόντι στο μήνυμα υποδοχής προς τους προσκεκλημένους του.
Η εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Μάο Νινγκ, δήλωσε πως «η Κίνα είναι έτοιμη να συνεργαστεί με την Ινδία πάνω σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική προοπτική (…) ενισχύοντας την επικοινωνία, τη συνεργασία και αντιμετωπίζοντας ορθά τις διαφορές, σαν δύο γείτονες και φιλικοί εταίροι».
Δοκιμασία για τη συνοχή των BRICS
Η ομάδα BRICS ιδρύθηκε το 2009 με στόχο τη συνεργασία μεγάλων αναδυόμενων οικονομιών, όπως η Βραζιλία, η Ρωσία, η Ινδία, η Κίνα και αργότερα η Νότια Αφρική, ως αντίβαρο στους θεσμούς που κυριαρχούνται από τις ΗΠΑ και τη Δύση, όπως η G7.
Το μπλοκ έχει πλέον διευρυνθεί με την ένταξη του Ιράν και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και οι επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας αναμένεται να αποτελέσουν βασικό θέμα συζήτησης στη σύνοδο του Νέου Δελχί.
Κατά τη διάρκεια πρόσφατης διάσκεψης του Οργανισμού Συνεργασίας της Σανγκάης (SCO) στο Κιργιστάν, ο Πεζεσκιάν διαβεβαίωσε Πούτιν και Σι ότι το Ιράν παραμένει ανοιχτό σε διαπραγματεύσεις και θα τηρήσει τις δεσμεύσεις του, εφόσον το πράξουν και οι ΗΠΑ.
Κίνα και Ρωσία συνεχίζουν τις εμπορικές συναλλαγές με το Ιράν, παρά τις επανειλημμένες απειλές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για κυρώσεις σε όσες χώρες συνεργάζονται με την Τεχεράνη.
Αντίθετα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανέστειλαν τον Αύγουστο τις εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές τους με το Ιράν, μετά από επίθεση με ιρανικούς πυραύλους.
Σύμφωνα με τον οικονομολόγο Σίλαν Σαχ της Capital Economics, «ο πόλεμος εναντίον του Ιράν θα αποτελέσει δοκιμασία για τη συνοχή του μπλοκ».
Ο Χαρς Β. Παντ του think tank Observer Research Foundation εκτιμά ότι «η σύγκρουση αυτή θα είναι η κύρια αιτία διαφωνίας σε αυτή τη σύνοδο κορυφής».
Ουκρανικό και οικονομικές ισορροπίες
Η Ινδία, ως οικοδέσποινα της συνόδου, διατηρεί καλές σχέσεις με το Ιράν, αλλά προσπαθεί να ισορροπήσει και τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ.
Λιγότερο από έναν χρόνο μετά την τελευταία επίσκεψη του Πούτιν στην Ινδία, οι συνομιλίες μεταξύ του Ρώσου προέδρου και του Μόντι θα αξιολογήσουν το επίπεδο των διμερών σχέσεων. Η Ινδία, παραδοσιακός σύμμαχος της Ρωσίας, συνεχίζει να εισάγει ρωσικό πετρέλαιο, παρά τις κυρώσεις των ΗΠΑ, οι οποίες καταγγέλλουν ότι έτσι χρηματοδοτείται ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Ο Μόντι, που δεν έχει καταδικάσει ανοικτά τη ρωσική εισβολή, προέτρεψε τον Πούτιν να βρει λύση στη σύγκρουση, θέση που χαιρέτισε ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
Η σύνοδος αναμένεται να φέρει στο προσκήνιο και τις εντάσεις γύρω από την οικονομική κυριαρχία της Κίνας, καθώς η χώρα πλημμυρίζει τις αγορές των εταίρων της στους BRICS —κυρίως της Ινδίας— με εξαγωγές.
Όπως επισημαίνει ο Σίλαν Σαχ, «το Πεκίνο θα έπρεπε να αξιοποιήσει αυτή τη σύνοδο για να προωθήσει το εμπόριο μεταξύ των μελών, ωστόσο ορισμένοι ενδέχεται να θεωρήσουν ότι πρόκειται για προσπάθεια της Κίνας να προωθήσει τα δικά της συμφέροντα».
Το εμπορικό έλλειμμα της Ινδίας με την Κίνα ανήλθε στο ιστορικό υψηλό των 112 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το οικονομικό έτος 2025–2026.