Έχοντας καταγράψει τον Αύγουστο, ως τον πρώτο μήνα στην ιστορία του που η επιβατική κίνηση ξεπέρασε τα 4 εκατ. επιβάτες, το αεροδρόμιο της Αθήνας «Ελευθέριος Βενιζέλος» ετοιμάζεται να σπάσει νέα ρεκόρ.
Παρά τις αντίξοες γεωπολιτικές συνθήκες, για το 2026 θα υπερβεί τους 35 εκατ. επιβάτες, ενώ η ανάπτυξη εκτιμάται πως μεσομακροπρόθεσμα θα εξακολουθήσει να κινείται σε χαμηλό μονοψήφιο ρυθμό.
Με ενισχυμένο long-haul αποτύπωμα, μέσα στη χρονιά συνδέθηκε με το Νέο Δελχί και τη Βομβάη μέσω της IndiGo, καθώς και με το Ντάλας μέσω της American Airlines, ενώ το 2027 θα προστεθεί νέα σύνδεση με το Σιάτλ από την Alaska Airlines.
Εχθές, στην τηλεδιάσκεψη με τους αναλυτές για το πρώτο εξάμηνο του έτους, η διοίκηση του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, διατήρησε το guidance για καθαρό κέρδος στα 200 εκατ. ευρώ για το 2026, με το περιθώριο adj.EBITDA περίπου 100 μονάδες βάσης κάτω από τον μακροπρόθεσμο στόχο του 60%, αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη επένδυση για την καλύτερη εξυπηρέτηση της αυξανόμενης κίνησης εν μέσω κατασκευαστικών έργων.
Εκεί που οι επιδόσεις ξεπερνούν τις προσδοκίες είναι το έσοδο ανά επιβάτη στις μη αεροπορικές δραστηριότητες που παραμένει σταθερό.
Όπως επισήμανε, ο διευθύνων σύμβουλος, Γιώργος Καλλιμασιάς, «το αεροδρόμιο της Αθήνας συνεχίζει να υπεραποδίδει σε σχέση με την ευρωπαϊκή αγορά, καταγράφοντας αύξηση της επιβατικής κίνησης κατά 4,5% στο πρώτο εξάμηνο του έτους, έναντι αύξησης 2,6% για τα ευρωπαϊκά αεροδρόμια».
Μάλιστα, μέσα στο πρώτο εξάμηνο έφθασε τους 15,8 εκατ. επιβάτες, αριθμό – ρεκόρ για το αεροδρόμιο της Αθήνας.
Οι εντυπωσιακές επιδόσεις είναι, όμως, η μία πλευρά του νομίσματος, αφού η πολεμική σύρραξη στη Μέση Ανατολή άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο διεθνούς αβεβαιότητας, που εκτοξεύει τα κόστη ενέργειας, καυσίμων, υλικών.
Έτσι, η διοίκηση του ΔΑΑ οδηγήθηκε στην αναδιάρθρωση της επέκτασης του αεροδρομίου, διατηρώντας το 40MAP ως το πλάνο αναφοράς.
Αυξημένα κόστη και απώλεια εσόδων έφεραν την ανατροπή
Έτσι, κερδίζει σε ευελιξία αφήνοντας ανοιχτό το παράθυρο να επενδύσει νωρίτερα σε δυναμικότητα άνω των 40 εκατ. επιβατών -από 29 εκατ. που είναι σήμερα. Επιδιώκει παράλληλα να διατηρήσει το έσοδο ανά επιβάτη από τις εμπορικές δραστηριότητες του αεροδρομίου σταθερό καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Αυτή ήταν η μεγαλύτερη αδυναμία του σχεδιασμού, που ακυρώθηκε προχθές και επισήμως, ότι κατά τη διάρκεια της κατασκευής των έργων μεγάλο μέρος των εμπορικών χώρων θα έπρεπε να κλείσει.
Επί της ουσίας, το 40MAPχωρίζεται σε δύο φάσεις. Η πρώτη να ξεκινά άμεσα, με την προκήρυξη εντός Οκτωβρίου των ανοιχτών διαγωνισμών για τη νότια πτέρυγα του κεντρικού αεροσταθμού, την επέκταση του δορυφορικού τέρμιναλ και εργασίες σε συναφείς χώρους, που θα καλύψουν τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες δυναμικότητας.
«Παράλληλα θα αξιολογήσουμε στρατηγικές ευκαιρίες για πρόσθετη δυναμικότητα πέραν των 40 εκατομμυρίων επιβατών», ανέφερε ο κ. Καλλιμασιάς, εκτιμώντας ότι ως το τέλος του έτους θα προσδιοριστούν οι στόχοι δυναμικότητας. «Θέλουμε να κεφαλαιοποιήσουμε την ανάπτυξη της ζήτησης», είπε χαρακτηριστικά.
Με τις επενδύσεις ως το 2030 να ανέρχονται σε 950 εκατ. ευρώ (σε τιμές 2026), το δεύτερο εξάμηνο του 2027, θα προκηρυχθεί και νέος διαγωνισμός για την αρχική φάση επέκτασης του βόρειου αεροσταθμού, προκειμένου να καλυφθούν οι μεσοπρόθεσμες ανάγκες δυναμικότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι εμπορικοί χώροι θα αυξηθούν κατά περίπου 60% ως το 2030-2031, επέκταση που μόλις ολοκληρωθεί θα φέρει διψήφια αύξηση του εσόδου ανά επιβάτη για δύο συναπτά έτη.
Σε αντίθεση με τον προηγούμενο σχεδιασμό, όπως εξήγησε η γενική οικονομική διευθύντρια του ΔΑΑ, Νάντια Ξηρογιάννη, με τη «διχοτόμηση» του 40MAP στη διάρκεια των εργασιών δεν θα υπάρχει παρέμβαση στο κεντρικό τέρμιναλ, άρα δεν θα χαθεί εμπορική δυναμικότητα.
«Το αρχικό 40MAP έδινε μικρή ευελιξία. Τώρα διατηρούμε όλες τις επιλογές μας ανοιχτές», σημείωσε ο κ. Καλλιμασιάς, εξηγώντας ότι σε αντίθεση με μία μεγάλη σύμβαση, που περιλαμβάνει όρους και δεσμεύεις, τώρα ο ΔΑΑ θα μπορεί ευκολότερα να ανταποκριθεί σε περισσότερα σενάρια επιβατικής κίνησης και διεθνών συνθηκών, αλλά και να υπολογίσει καλύτερα τα κόστη του.
Η εκτόξευση του κατασκευαστικού κόστους είχε ήδη αυξήσει κατά 30% το ύψος της συνολικής κεφαλαιουχικής δαπάνης του αρχικού 40MAP που είχε προσδιοριστεί σε 1,3 δισ. ευρώ σε τιμές 2024.