Στο επίκεντρο της πολιτικής σκηνής της Ισλανδίας βρίσκεται το επικείμενο δημοψήφισμα για την έναρξη ενταξιακών συνομιλιών με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα πρώτο βήμα στο σχέδιο της φιλοευρωπαϊκής κυβέρνησης να προωθήσει τη χώρα προς την ένταξη στον ευρωπαϊκό συνασπισμό.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως το αποτέλεσμα θα κριθεί με μικρή διαφορά, καθώς οι υποστηρικτές των συνομιλιών έρχονται «στήθος με στήθος» με όσους προτιμούν η Ισλανδία να παραμείνει ανεξάρτητη, μακριά από την ΕΕ.
Το δημοψήφισμα δεν αποτελεί άμεση ψηφοφορία για ένταξη στην Ένωση, αλλά αφορά το αν θα ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις. Εφόσον υπερισχύσει το «ναι», αναμένονται πολυετείς διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες και ένα δεύτερο δημοψήφισμα, πιθανόν το 2028, για την τελική ένταξη.
Σε περίπτωση αρνητικής ψήφου, σύμφωνα με την κυβέρνηση, το ενταξιακό σχέδιο θα εγκαταλειφθεί οριστικά, όπως δήλωσε η πρωθυπουργός Κριστρούν Φροσταντότιρ, επισημαίνοντας ότι ένα «όχι» θα τερματίσει κάθε συζήτηση για την ΕΕ.
Οι υποστηρικτές της ένταξης τονίζουν ότι θα ενισχυθεί η οικονομία της χώρας και η διαπραγματευτική της ισχύς απέναντι σε μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους, ενώ θα δοθεί η δυνατότητα υιοθέτησης του ευρώ στη θέση της ισλανδικής κορώνας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν ο πληθωρισμός και το υψηλό κόστος ζωής.
Η Ισλανδία θα αποκτήσει πρόσβαση στην τελωνειακή ένωση της ΕΕ και θα συμμετέχει στα όργανα λήψης αποφάσεων, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Αντίθετα, οι πολέμιοι της ένταξης εκτιμούν ότι η μεταφορά εξουσιών στις Βρυξέλλες δεν θα ενισχύσει την ασφάλεια της χώρας. Ο ισχυρός αλιευτικός τομέας εκφράζει ανησυχίες πως η Κοινή Αλιευτική Πολιτική της ΕΕ θα επιτρέψει σε ξένους αλιείς να δραστηριοποιηθούν στα ισλανδικά ύδατα, πλήττοντας έναν βασικό πυλώνα της οικονομίας και της εθνικής ταυτότητας.
Επιπλέον, η διατήρηση της κορώνας προσφέρει στη χώρα ευελιξία στη νομισματική πολιτική, επιτρέποντας την προσαρμογή της ισοτιμίας ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες.
Το πολιτικό σκηνικό και οι διεθνείς προεκτάσεις
Το Ρέικιαβικ είχε διακόψει τις ενταξιακές συνομιλίες το 2013, υπό ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση, παρά το προηγούμενο αίτημα ένταξης. Τα τελευταία χρόνια, η αύξηση του κόστους ζωής και ο πόλεμος στην Ουκρανία έχουν αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για την ευρωπαϊκή προοπτική.
Ο κυβερνητικός συνασπισμός που συγκροτήθηκε το 2024 συμφώνησε, με πρωτοβουλία του Vidreisn, να τεθεί σε ψηφοφορία το ζήτημα των συνομιλιών για συμμετοχή στην ΕΕ. Οι Σοσιαλδημοκράτες της Φροσταντότιρ υποστηρίζουν την ένταξη, ενώ το Λαϊκό Κόμμα αντιτίθεται σθεναρά. Το αντιπολιτευόμενο Κόμμα της Ανεξαρτησίας ηγείται του "όχι".
Η ένταξη της Ισλανδίας θα ενίσχυε τη γεωπολιτική παρουσία και επιρροή της ΕΕ στην Αρκτική, μια περιοχή αυξανόμενου ενδιαφέροντος και ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Η χώρα, μέλος του ΝΑΤΟ χωρίς δικό της στρατό, βρίσκεται σε στρατηγικό θαλάσσιο διάδρομο (GIUK), κρίσιμο για τον έλεγχο των κινήσεων ρωσικών πλοίων.
Η ένταξη της Ισλανδίας θεωρείται διαδικαστικά ευκολότερη σε σχέση με άλλες υποψήφιες χώρες, καθώς απαιτούνται λιγότερες μεταρρυθμίσεις, γεγονός που θα μπορούσε να επιταχύνει την ένταξη σε σχέση με την Ουκρανία ή τα Δυτικά Βαλκάνια.