Η Meta αντιμετωπίζει από σήμερα έναν συνασπισμό πολιτειακών γενικών εισαγγελέων, οι οποίοι επιδιώκουν να αποδείξουν ενώπιον της ομοσπονδιακής δικαιοσύνης των ΗΠΑ ότι το Instagram και το Facebook έχουν σχεδιαστεί με τρόπο που προκαλεί εθισμό στους ανήλικους. Η υπόθεση αυτή έρχεται σε συνέχεια προηγούμενων καταδικαστικών αποφάσεων εις βάρος της Meta, όπως η αγωγή από έφηβη στην Καλιφόρνια για ψυχική βλάβη και η υπόθεση της πολιτείας του Νέου Μεξικού για «δημόσια όχληση».
Ο Vincent Joralemon, νομικός του Κέντρου Δικαίου και Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου του Berkeley, παρομοιάζει τη σημερινή κατάσταση με αυτή που επικρατούσε στη βιομηχανία των τσιγάρων τη δεκαετία του 1990. Όπως στην περίπτωση των αγωγών που οδήγησαν σε σημαντικές αποζημιώσεις και περιορισμούς στη διαφήμιση προς ανηλίκους, στη δίκη της Meta εξετάζονται οι εμπορικές πρακτικές στα κοινωνικά δίκτυα.
Οι γενικοί εισαγγελείς της Καλιφόρνιας, του Κολοράντο, του Κεντάκι και του Νιού Τζέρσεϊ εκπροσωπούν περίπου τριάντα αμερικανικές πολιτείες που έχουν κινηθεί νομικά κατά της Meta από το 2023. Ζητούν ουσιαστικές αλλαγές και περιορισμούς στη λειτουργία του Instagram και του Facebook για ανήλικους, καθώς και πρόστιμα που ανέρχονται σε 1.400 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που προσεγγίζει τη χρηματιστηριακή αξία της εταιρείας.
Παρότι το εν λόγω ποσό θεωρείται απίθανο να επιβληθεί – η ίδια η δικαστής το χαρακτήρισε «παράλογο» – ο κυριότερος κίνδυνος για τη Meta αφορά την προσβολή της φήμης της και την πιθανή υποχρέωση για εκτεταμένες αλλαγές στα προϊόντα της, σύμφωνα με τον Vincent Joralemon.
Η δίκη, που επί της ουσίας ξεκινά στις 18 Αυγούστου, θα έχει συμβουλευτικό ρόλο για το σώμα των ενόρκων, με την τελική απόφαση να ανήκει στη δικαστή Ιβόν Γκονσάλες Ρότζερς, γνωστή από την υπόθεση «Ιλον Μασκ εναντίον OpenAI». Εκείνη θα καθορίσει τις ποινές και τα επανορθωτικά μέτρα. Ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ θα παραστεί ως μάρτυρας στο δικαστήριο.
Στο επίκεντρο η σχεδίαση των εφαρμογών
Η Meta κατηγορείται ότι παραβίασε τους νόμους πολιτειών και τον ομοσπονδιακό νόμο COPPA περί προστασίας προσωπικών δεδομένων παιδιών online, με στόχο την προσέλκυση ανηλίκων μέσω μηχανισμών όπως το ατελείωτο σκρολάρισμα, οι νυχτερινές ειδοποιήσεις και τα likes.
Η στρατηγική των εισαγγελέων επικεντρώνεται στη σχεδίαση των εφαρμογών και όχι στο περιεχόμενο που αναρτούν οι χρήστες, ώστε να παρακαμφθεί η ασυλία που παρέχει το άρθρο 230 του νόμου Communications Decency Act του 1996. Πρόσφατα, το ομοσπονδιακό εφετείο του Σαν Φρανσίσκο απέρριψε σχετική έφεση της Meta.
Η Meta απορρίπτει τις κατηγορίες, δηλώνοντας ότι τα στοιχεία θα αποδείξουν «την από μακρού δέσμευσή της υπέρ των νέων» και ότι συνεργάζεται με γονείς, ειδικούς και τις αρχές. Η εταιρεία θα επιχειρήσει να αποδείξει πως η ευθύνη για τη ψυχική υγεία των νέων δεν μπορεί να αποδοθεί σε μία μόνο εφαρμογή και ότι «η προβληματική χρήση» των κοινωνικών δικτύων δεν αποτελεί ιατρικά αναγνωρισμένη διαταραχή.
Το διακύβευμα, σύμφωνα με την καθηγήτρια Nora Freeman Engstrom του Stanford, είναι να αποκαλυφθεί «το χάσμα» μεταξύ όσων γνωρίζει η Meta για τα προϊόντα της και όσων δηλώνει δημόσια.
Παράλληλα, το YouTube (Google), το Snap και το TikTok αντιμετωπίζουν χιλιάδες αγωγές από οικογένειες και εκπαιδευτικές κοινότητες. Τον Μάιο, οι τρεις εταιρείες συμφώνησαν να καταβάλουν από κοινού 27 εκατ. δολάρια για να αποφύγουν πιλοτική δίκη μετά από αγωγή εκπαιδευτικής περιφέρειας του Κεντάκι.