Το Πεκίνο κατηγόρησε τον Μάρκο Ρούμπιο ότι «δυσφημίζει» την Κίνα, καθώς απέτισε φόρο τιμής στα θύματα της αιματηρής καταστολής του κινήματος υπέρ της δημοκρατίας στην Πλατεία Τιενανμέν το 1989 και επέκρινε τη λογοκρισία.
Στις 4 Ιουνίου 1989, πριν από 37 χρόνια, η κινεζική ηγεσία διέταξε τον στρατό να εκκενώσει την Πλατεία Τιενανμέν στο κέντρο του Πεκίνου από τους ειρηνικούς διαδηλωτές. Οι κινητοποιήσεις είχαν ξεκινήσει εβδομάδες νωρίτερα, με αιτήματα για πολιτικές μεταρρυθμίσεις και καταγγελίες διαφθοράς.
Εκατοντάδες άνθρωποι, ίσως και πάνω από χίλιοι σύμφωνα με ορισμένες πηγές, σκοτώθηκαν από τις κινεζικές δυνάμεις στην Πλατεία και σε άλλες περιοχές του Πεκίνου. Η σφαγή της Τιενανμέν παραμένει έως σήμερα θέμα ταμπού στην Κίνα.
«Καμία λογοκρισία δεν μπορεί να σβήσει το παρελθόν», δήλωσε ο Μάρκο Ρούμπιο σε μήνυμά του προς τους Κινέζους. «Οσοι θυσιάστηκαν για να υπερασπισθούν τα αναφαίρετα δικαιώματα στην ελευθερία της έκφρασης και στην ειρηνική συνάθροιση κάποια μέρα θα δικαιωθούν».
Απαντώντας, η εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Μάο Νινγκ, ανέφερε ότι «οι εσφαλμένες δηλώσεις της αμερικανικής πλευράς παραποιούν τα ιστορικά γεγονότα, δυσφημούν το πολιτικό σύστημα και την αναπτυξιακή πορεία της Κίνας και αποτελούν ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της». Πρόσθεσε ότι η Κίνα εκφράζει τη δυσαρέσκεια και τη σφοδρή αντίθεσή της.
«Ζητούμε από την αμερικανική πλευρά να τιμήσει με συγκεκριμένες πράξεις τις δεσμεύσεις της να σεβασθεί την Κίνα και τον κινεζικό λαό, να βάλει τέλος στους ελιγμούς ιδεολογικής αντιπαράθεσης και να σταματήσει την ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της Κίνας με το πρόσχημα της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», πρόσθεσε η Μάο Νινγκ.
Η κινεζική κυβέρνηση είχε χαρακτηρίσει τότε τις διαδηλώσεις στην Τιενανμέν «αντεπαναστατική εξέγερση» που προκλήθηκε από «μία πολύ μικρή μειοψηφία με ανομολόγητα σχέδια».
Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων παραμένει άγνωστος. Δύο ημέρες μετά τα γεγονότα, η κυβέρνηση ανακοίνωσε απολογισμό «330 νεκρών», ανάμεσά τους και στρατιώτες. Ο κινεζικός Ερυθρός Σταυρός έκανε λόγο για 2.700 θανάτους, ενώ στοιχεία από νοσοκομεία παραπέμπουν σε 400 έως και περισσότερους από 1.000 νεκρούς.