Στο μικροσκόπιο των αμερικανικών αρχών βρίσκονται ύποπτες συναλλαγές πετρελαίου άνω των 2,6 δισ. δολαρίων, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν λίγο πριν από κρίσιμες ανακοινώσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τον πόλεμο με το Ιράν, προκαλώντας έντονα ερωτήματα για πιθανή χρήση εσωτερικής πληροφόρησης στις αγορές ενέργειας.
Σύμφωνα με το ABC News, το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ και η Επιτροπή Εμπορίας Συμβολαίων Μελλοντικής Εκπλήρωσης Εμπορευμάτων (CFTC) εξετάζουν τουλάχιστον τέσσερις μεγάλες συναλλαγές σε futures πετρελαίου, που αποδείχθηκαν… υπερβολικά «τυχερές».
Οι επενδυτές φέρονται να πόνταραν μαζικά στην πτώση των τιμών του πετρελαίου λίγο πριν από:
- ανακοινώσεις για προσωρινή κατάπαυση πυρός,
- καθυστερήσεις στρατιωτικών επιχειρήσεων,
- αλλά και εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους στον κόσμο.
Το πιο εντυπωσιακό περιστατικό καταγράφηκε στις 23 Μαρτίου, όταν πραγματοποιήθηκαν στοιχήματα άνω των 500 εκατ. δολαρίων περίπου 15 λεπτά πριν ο Τραμπ ανακοινώσει πάγωμα επικείμενων επιθέσεων κατά ιρανικών ενεργειακών υποδομών.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 7 Απριλίου, ακολούθησε νέα συναλλαγή ύψους περίπου 960 εκατ. δολαρίων, λίγες ώρες πριν από ανακοίνωση προσωρινής κατάπαυσης του πυρός.
Παρά το ύψος και τον ακριβή χρονισμό των συναλλαγών, οι αμερικανικές αρχές διευκρινίζουν ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν αποδείξεις πως χρησιμοποιήθηκε εσωτερική κυβερνητική πληροφόρηση, ενώ παραμένει άγνωστο ποιοι βρίσκονται πίσω από τα trades.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης και η CFTC δεν έχουν προβεί σε επίσημο σχόλιο.
Αιτιάσεις για Τραμπ και χειραγώγηση αγορών
Δεν είναι πάντως η πρώτη φορά που ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται στο επίκεντρο καταγγελιών ή υπονοιών περί επηρεασμού και χειραγώγησης των αγορών μέσω δημόσιων δηλώσεων, αναρτήσεων ή αιφνιδιαστικών πολιτικών αποφάσεων.
Εδώ και χρόνια, επενδυτές και αναλυτές επισημαίνουν ότι ακόμη και ένα post του Τραμπ στα social media ή μια απρόβλεπτη δήλωσή του μπορεί να προκαλέσει βίαιες διακυμάνσεις σε μετοχές, εμπορεύματα, νομίσματα και αγορές παραγώγων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν οι αλλεπάλληλες αναρτήσεις του κατά την περίοδο του εμπορικού πολέμου με την Κίνα το 2018 και το 2019, όταν ανακοινώσεις για νέους δασμούς ή ξαφνικές ανατροπές στις διαπραγματεύσεις οδηγούσαν τη Wall Street σε έντονες διακυμάνσεις μέσα σε λίγα λεπτά.
Αντίστοιχα, οι δημόσιες πιέσεις του προς τη Federal Reserve για μείωση επιτοκίων είχαν επανειλημμένα επηρεάσει τις αγορές ομολόγων και την πορεία του δολαρίου.
Στο μικροσκόπιο είχαν βρεθεί και αναρτήσεις του για συγκεκριμένες εταιρείες ή κλάδους, όπως η Boeing, οι φαρμακευτικές και οι εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης, καθώς συχνά ακολουθούνταν από απότομες κινήσεις στις μετοχές τους.
Επιπλέον, κατά την περίοδο της πανδημίας, επικριτές του είχαν κατηγορήσει τον στενό κύκλο του ότι οι διαρροές ή οι δημόσιες τοποθετήσεις γύρω από lockdowns, εμβόλια και πακέτα στήριξης δημιουργούσαν ιδανικές συνθήκες για κερδοσκοπία στις αγορές.
Ακόμη μεγαλύτερη συζήτηση είχε προκαλέσει η ανάρτησή του τον Απρίλιο του 2025 με τη φράση «THIS IS A GREAT TIME TO BUY!!!», λίγες ώρες πριν από ανακοίνωση που οδήγησε σε ισχυρό ράλι στη Wall Street.
Δημοκρατικοί βουλευτές είχαν τότε ζητήσει έρευνα για το εάν κάποιοι επενδυτές γνώριζαν εκ των προτέρων τις επερχόμενες αποφάσεις της κυβέρνησης και τοποθετήθηκαν αναλόγως στις αγορές.
Μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχθεί δικαστικά ότι ο Τραμπ συμμετείχε σε παράνομη χειραγώγηση αγορών ή σε διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών.
Ωστόσο, οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι το πολιτικό και επικοινωνιακό του στυλ -με συνεχείς αιφνιδιασμούς και παρεμβάσεις που επηρεάζουν άμεσα τις αγορές- δημιουργεί επανειλημμένα συνθήκες ακραίας μεταβλητότητας και ενισχύει τις υποψίες ότι κάποιοι μπορούν να αποκομίσουν τεράστια κέρδη έχοντας έγκαιρη πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες.