Το Amoc, το ζωτικής σημασίας σύστημα ωκεάνιων ρευμάτων του Ατλαντικού που λειτουργεί ως ρυθμιστής του παγκόσμιου κλίματος, ενδέχεται να επιβραδυνθεί σημαντικά έως το 2100, με πιθανές καταστροφικές συνέπειες, σύμφωνα με νέα επιστημονική έρευνα.
Τα ευρήματα, αν και αξιοσημείωτα, έχουν γίνει δεκτά με επιφυλακτικότητα από μέρος της επιστημονικής κοινότητας.
Το Amoc (Atlantic Meridional Overturning Circulation – Ατλαντική Μεσημβρινή Αναστροφική Κυκλοφορία) αποτελεί ένα περίπλοκο σύστημα ρευμάτων που, σύμφωνα με τη μελέτη, θα μπορούσε να επιβραδυνθεί κατά 51% μέχρι το τέλος του αιώνα, στο πλαίσιο ενός σεναρίου μέσης εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου. Μέχρι σήμερα, τα περισσότερα κλιματικά μοντέλα προέβλεπαν επιβράδυνση της τάξης του 32%.
«Επιτύχαμε εκτίμηση για μια επιβράδυνση του Amoc στο μέλλον πολύ σοβαρότερη από την προσδοκώμενη», δήλωσε ο Valentin Portmann, διδάκτορας Κλιματολογίας του Inria Centre de recherche Bordeaux Sud-Ouest και βασικός συντάκτης της μελέτης.
Όπως επισημαίνει, «πλησιάζουμε σε ένα κρίσιμο σημείο γεγονός που είναι ανησυχητικό».
Η επιβράδυνση αυτή αποδίδεται στην κλιματική αλλαγή, η οποία αυξάνει τη θερμοκρασία των επιφανειακών υδάτων και ενισχύει τη διαστρωμάτωση των ωκεανών, δυσχεραίνοντας την ανάμειξή τους.
Αν και δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των επιστημόνων, μια ισχυρή επιβράδυνση ή κατάρρευση του Amoc θα είχε σοβαρές επιπτώσεις για τον πλανήτη. Το Amoc, που συχνά συγχέεται με το Ρεύμα του Κόλπου (Gulf Stream), αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη ρύθμιση του παγκόσμιου κλίματος.
Πιθανές επιπτώσεις και αντιδράσεις της επιστημονικής κοινότητας
Η κατάρρευση του συστήματος θα μπορούσε να προκαλέσει πτώση των θερμοκρασιών στη Βόρεια Ευρώπη, ξηρασίες στο Σάχελ και τη Νότια Ασία, άνοδο της στάθμης των υδάτων στη Βόρεια Αμερική και μείωση της ικανότητας των ωκεανών να απορροφούν διοξείδιο του άνθρακα (CO2).
«Υπάρχει ένα είδος συναίνεσης ως προς το γεγονός ότι η κυκλοφορία επιβραδύνεται. Αλλά υπάρχουν ακόμη αρκετές συζητήσεις σχετικά με την ένταση της επιβράδυνσης αυτής», αναφέρει ο Florian Sévellec, διευθυντής έρευνας au CNRS στη Βρέστη.
Η μελέτη στο Science Advances
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση Science Advances, επιχειρεί «να βελτιστοποιήσει τις εκτιμήσεις της επιβράδυνσης που θα συμβεί στο μέλλον και να μειώσει την αβεβαιότητα», όπως εξηγεί ο ερευνητής του CNRS.
Ενώ τα περισσότερα κλιματικά μοντέλα προβλέπουν επιβράδυνση του Amoc έως το 2100, οι εκτιμήσεις ποικίλλουν από -3% έως -72%, ανάλογα με τις εκπομπές CO2. Η νέα μελέτη προβλέπει επιβράδυνση κατά 51% με χαμηλό βαθμό αβεβαιότητας (+/-8%).
Ο επικεφαλής της έρευνας Valentin Portmann σημειώνει ότι το συμπέρασμα προέκυψε «μέσω στατιστικών μεθόδων που ονομάζονται παρατηρησιακοί περιορισμοί», οι οποίες συνδυάζουν τα κλιματικά μοντέλα με πραγματικές παρατηρήσεις για ακριβέστερες εκτιμήσεις.
Ο Stefan Rahmstorf, ωκεανογράφος του Potsdam Institute for Climate Impact Research (PIK), σχολιάζει ότι «τα απαισιόδοξα μοντέλα που προβλέπουν ισχυρή επιβράδυνση του Amoc μέχρι το 2100 είναι, δυστυχώς, τα πιο ρεαλιστικά».
Αυτό, σύμφωνα με τον ερευνητή, σημαίνει ότι μέχρι το τέλος του αιώνα το Amoc ενδέχεται να έχει τόσο χαμηλή ένταση ώστε να πλησιάζει την πλήρη εξαφάνιση.
Ο Fabien Roquet, καθηγητής Φυσικής Ωκεανογραφίας στο Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ, χαρακτήρισε την έρευνα «ενδιαφέρουσα», αλλά συνέστησε επιφυλακτικότητα.
«Η συζήτηση δεν έχει κλείσει. Ένα άρθρο δεν κλείνει μία επιστημονική συζήτηση», υπογραμμίζει ο Florian Sévellec, προσθέτοντας ότι «η έκθεση του GIEC είναι αυτή που αποτυπώνει το επίπεδο της επιστημονικής γνώσης σε μια δεδομένη χρονική στιγμή».
Καταλήγει τονίζοντας ότι «το βέβαιο είναι πως το Κλίμα θερμαίνεται με μεγάλη ταχύτητα. Είτε το Amoc εξασθενήσει είτε όχι, αλλαγές μεγάλης κλίμακας έχουν ήδη δρομολογηθεί και θα ενταθούν στις επόμενες δεκαετίες».