Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατηγόρησαν την Κίνα ότι κρατά αιχμάλωτα πλοία υπό παναμαϊκή σημαία σε λιμάνια της, ως αντίποινα για την ανάκτηση του ελέγχου του Παναμά σε δύο λιμένες που μέχρι πρόσφατα διαχειριζόταν όμιλος του Χονγκ Κονγκ.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της ομοσπονδιακής ναυτιλιακής επιτροπής (FMC) των ΗΠΑ, «η Κίνα επιβάλλει τώρα ραγδαία αύξηση των ακινητοποιήσεων υπό σημαία Παναμά σε κινεζικά λιμάνια, με πρόσχημα ελέγχους στα λιμάνια από το κράτος» που «ξεπερνούν μακράν» τα συνήθη επίπεδα.
Οι επιθεωρήσεις πραγματοποιούνται βάσει «ανεπίσημων οδηγιών» και φαίνεται να στοχεύουν στο να «τιμωρηθεί ο Παναμάς» μετά την απόσπαση του ελέγχου των δύο λιμανιών του από την CK Hutchison, όπως προστίθεται στην ανακοίνωση.
Δικαστική απόφαση και οικονομικές αξιώσεις
Στα τέλη Ιανουαρίου, το ανώτατο δικαστήριο του Παναμά έκρινε «αντισυνταγματική» τη σύμβαση που από το 1997 παραχωρούσε το δικαίωμα εκμετάλλευσης των δύο λιμανιών στην Panama Ports Company (PPC), θυγατρική της CK Hutchison του Χονγκ Κονγκ.
Πρόκειται για τους λιμένες Κριστόμπαλ στον Ατλαντικό και Μπαλμπόα στον Ειρηνικό, στα δύο άκρα της Διώρυγας του Παναμά.
Η PPC έχει ζητήσει αποζημίωση και τόκους ύψους τουλάχιστον 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, μετά την απώλεια του ελέγχου των λιμένων.
Στρατηγικές επιπτώσεις και διεθνείς σχέσεις
Η Διώρυγα του Παναμά, μήκους 80 χιλιομέτρων, αποτελεί στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό, καθώς μέσω αυτής διέρχεται περίπου το 5% των αγαθών που διακινούνται παγκοσμίως διά θαλάσσης.
Το 2025, ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε απειλήσει επανειλημμένα ότι οι ΗΠΑ θα «έπαιρναν πίσω» τον έλεγχο της Διώρυγας, υποστηρίζοντας ότι η Κίνα ασκούσε υπερβολική επιρροή στον Παναμά.
Η FMC προειδοποίησε ότι «με δεδομένο ότι τα πλοία υπό παναμαϊκή σημαία εγγυώνται τη μεταφορά μεγάλου μέρους των εμπορικών αγαθών που προορίζονται για τις ΗΠΑ», οι ενέργειες αυτές ενδέχεται να έχουν «σημαντικές εμπορικές και στρατηγικές συνέπειες» για την Ουάσιγκτον.
Οι πρόεδροι Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ αναμένεται να συναντηθούν στο Πεκίνο στις 14 και 15 Μαΐου, με τη συνάντησή τους να επικεντρώνεται σε θέματα εμπορίου και διεθνών σχέσεων.