Οι τιμές της βενζίνης στη Γερμανία ενδέχεται να φθάσουν «ακόμη και τα 2,5 ευρώ/λίτρο ή και περισσότερο», σύμφωνα με τους βενζινοπώλες, εξαιτίας της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Η κυβέρνηση αναζητά τρόπους για να ελέγξει την κατάσταση και να περιορίσει τις επιπτώσεις στους καταναλωτές.
Εκπρόσωπος της Ένωσης Πρατηριούχων δήλωσε στη Rheinische Post ότι οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων θα συνεχιστούν, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο να ξεπεράσουν τα 2,50 ευρώ/λίτρο. Παράλληλα, έχει ξεκινήσει δημόσια αντιπαράθεση σχετικά με το αν και πότε θα πρέπει να παρέμβει η κυβέρνηση.
Ο αντιπρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας της Χριστιανικής Ένωσης (CDU/CSU), Σεπ Μίλερ, χαρακτήρισε μιλώντας στο ARD την κατάσταση «απολύτως δυσανάλογη» και κάλεσε την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να εξετάσει όχι μόνο την επιβολή προστίμων, αλλά και τη δυνατότητα παρέμβασης στις δραστηριότητες των εταιριών καυσίμων.
«Ορισμένες εταιρείες μπορεί να έχουν "στοιχηματίσει" σε μια έκπτωση στα καύσιμα, όπως αυτή που εφαρμόστηκε το 2022, στην αρχή του πολέμου κατά της Ουκρανίας», ανέφερε ο κ. Μίλερ. Τότε, η γερμανική κυβέρνηση είχε αποφασίσει προσωρινή μείωση του ενεργειακού φόρου στα καύσιμα για να περιορίσει τις αυξήσεις, ωστόσο το μέτρο επικρίθηκε, καθώς θεωρήθηκε ότι ωφέλησε κυρίως τις εταιρίες.
Ο κ. Μίλερ, επικεφαλής ομάδας εργασίας που έχει συσταθεί για το ζήτημα, ζήτησε να αξιοποιηθούν όλα τα διαθέσιμα εργαλεία από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία κατά των Καρτέλ και τις εταιρίες καυσίμων, ώστε να διασφαλιστεί η διαφάνεια στην αγορά.
Από την πλευρά της, η υπουργός Οικονομίας Καταρίνα Ράιχε ανέφερε ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο διεξαγωγής έρευνας για τους μηχανισμούς αύξησης των τιμών στα πρατήρια, υπό την υποψία ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για αισχροκέρδεια.
Στο ίδιο πνεύμα, ο υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλινγκμπάιλ προειδοποίησε τις εταιρίες καυσίμων με συνέπειες, εάν επιχειρήσουν, όπως είπε, να επωφεληθούν από τον πόλεμο στο Ιράν.