Ζωή Κωνσταντοπούλου έστειλε το μήνυμα ότι «είναι και θα είναι εδώ (σ.σ. στο Κοινοβούλιο), για όλες τις γυναίκες, για όλα τα κορίτσια, για κάθε πλάσμα του κόσμου αυτού, μέχρι να λάμψει η δημοκρατία», μιλώντας στη Βουλή κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του υπουργείου Πολιτισμού.
Με αφορμή επίθεση που δέχθηκε νωρίτερα από τον βουλευτή της ΝΔ, Δημήτρη Κυριαζίδη, με βαρείς προσωπικούς χαρακτηρισμούς, η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας έκανε λόγο για «οικτρές χυδαιότητες». Παράλληλα, αναφέρθηκε στην «ευθύνη εκείνων οι οποίοι συνυπάρχουν με αυτούς που κακοποιούν, που χυδαιολογούν, που καταπατούν κάθε έννοια δικαιωμάτων, αξιοπρέπειας και σεβασμού». Επισήμανε ότι τέτοιες συμπεριφορές αποτελούν μορφή άσκησης εξουσίας.
Όπως ανέφερε, «αυτή η κακοποίηση έχει σαφή χαρακτηριστικά, απόπειρας εξουσίασης, απόπειρας κατασίγασης της αντίθετης άποψης, απόπειρας στιγματισμού και συκοφαντίας σε βάρος της πολιτικής αντιπάλου». Υπογράμμισε ότι η επιμονή στην αντιπολίτευση και στον κοινοβουλευτικό διάλογο αποτελεί βασικό στοιχείο για την Πλεύση Ελευθερίας.
Η κ. Κωνσταντοπούλου τόνισε ότι το κόμμα της είναι ένα «πεισματάρικο κίνημα» με γυναίκα αρχηγό, πλειοψηφία γυναικών και καλλιτέχνες στην κοινοβουλευτική του ομάδα. Επεσήμανε ότι από την ίδρυσή της, η Πλεύση Ελευθερίας θέτει την Παιδεία και τον Πολιτισμό στην κορυφή των πολιτικών προτεραιοτήτων, επιμένοντας στη διαρκή συζήτηση για τα θέματα αυτά.
Σημείωσε ότι ο Πολιτισμός αποτελεί κομμάτι της ιστορίας και της ταυτότητας της χώρας, ενώ επισήμανε τις προτάσεις της Πλεύσης Ελευθερίας για τη διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Ανέφερε πως ήδη έχουν αλλάξει τρεις πρωθυπουργοί στο Ηνωμένο Βασίλειο, χωρίς να υπάρξει εθνική στρατηγική για τη διεκδίκηση των Γλυπτών, ενώ χαρακτήρισε το αίτημα ως ενωτικό για τη Βουλή. Επιπλέον, αναφέρθηκε στην ανάγκη επαναφοράς των κλεμμένων από τους Ναζί αρχαιολογικών θησαυρών.
Τέλος, η Ζωή Κωνσταντοπούλου αναφέρθηκε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, επισημαίνοντας γεγονότα του Μαρτίου 2025, τα οποία χαρακτήρισε ως «ντροπιαστική πραγματικά εικόνα», την οποία και κατέθεσε στα πρακτικά της Βουλής, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά της για τη διαχείριση του ζητήματος.