Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης ξεκαθάρισε σε συνέντευξή του στον Alpha Radio ότι «οι εκλογές θα γίνουν το 2027», βάζοντας τέλος στα σενάρια πρόωρης κάλπης. Τόνισε ότι «ο χρόνος για εμάς είναι σύμμαχος» και πως η πολιτική δεν είναι «deal ούτε διαπραγμάτευση καρεκλών». Παράλληλα, παρουσίασε τις κυβερνητικές προτεραιότητες για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, τις φορολογικές ελαφρύνσεις και τις εξαγγελίες της ΔΕΘ.
Ο κ. Μαρινάκης επισήμανε ότι ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ξεκαθαρίσει πως οι εκλογές θα διεξαχθούν το 2027, πιθανότατα την άνοιξη. Υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση αξιοποιεί κάθε ημέρα μέχρι τότε για την υλοποίηση του προγράμματός της, επιδιώκοντας να παραδώσει έργο σε τομείς όπως η Υγεία, η Παιδεία, η Οικονομία και η Δικαιοσύνη.
Η μάχη κατά της ακρίβειας και τα δημοσιονομικά περιθώρια
Αναφερόμενος στο κόστος ζωής και τις τιμές των καυσίμων, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σημείωσε ότι η αντιμετώπιση της ακρίβειας αποτελεί «μάχη μέρας με την επόμενη μέρα». Επεσήμανε ότι τα δημοσιονομικά περιθώρια για το 2026 είναι περιορισμένα, αλλά διαβεβαίωσε πως θα εφαρμοστούν όλα τα ήδη ανακοινωμένα μέτρα, χωρίς υπερβάσεις στις δυνατότητες της οικονομίας.
Κοστολόγηση μέτρων και φορολογικές ελαφρύνσεις
Στο πεδίο της οικονομίας, ο κ. Μαρινάκης υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση ακολουθεί τη λογική «κοστολογούμε, προτείνουμε, νομοθετούμε», σε αντίθεση –όπως είπε– με την αντιπολίτευση που προτείνει μέτρα χωρίς εξασφαλισμένη χρηματοδότηση. Υπενθύμισε ότι η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση επειδή «ζούσε πάνω από τις δυνατότητές της» και τόνισε πως η κυβέρνηση επιμένει στη μείωση φόρων, τόσο άμεσων όσο και έμμεσων.
Για τις επόμενες φορολογικές ελαφρύνσεις, ανέφερε ότι «χρειάζονται και άλλες μειώσεις», επισημαίνοντας τη μείωση του φόρου εισοδήματος και της προκαταβολής φόρου από το 2019. Εξήγησε ότι η οικονομική στρατηγική βασίζεται σε τρεις άξονες: ανάπτυξη μέσω επενδύσεων και αύξησης του ΑΕΠ, δημιουργία θέσεων εργασίας και καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Για τη ΔΕΘ, γνωστοποίησε ότι υπάρχει διαθέσιμο ποσό 1 δισ. ευρώ, το οποίο ενδέχεται να αυξηθεί.
Στήριξη μεσαίας τάξης και ελεύθερων επαγγελματιών
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανέφερε ότι οι επικείμενες παρεμβάσεις στοχεύουν στην ενίσχυση της μεσαίας τάξης και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Για το τεκμαρτό εισόδημα των ελεύθερων επαγγελματιών σημείωσε ότι εξετάζεται η προσαρμογή του ώστε να γίνει δικαιότερο για τους συνεπείς φορολογούμενους, με αποφάσεις να αναμένονται λίγο πριν από τη ΔΕΘ.
Παιδεία και άρθρο 16
Για την Παιδεία, ο κ. Μαρινάκης χαρακτήρισε «ιστορική δικαίωση» τη στάση τμημάτων της Αριστεράς και Κεντροαριστεράς υπέρ των μη κρατικών πανεπιστημίων. Κατηγόρησε τον Αλέξη Τσίπρα για «μισή κωλοτούμπα», υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να στηρίζει τα παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων και ταυτόχρονα να απορρίπτει την αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Τόνισε ότι η κυβέρνηση θα επιμείνει στην αναθεώρηση, ενώ αυξάνονται οι αιτήσεις για ίδρυση παραρτημάτων ξένων ΑΕΙ στην Ελλάδα.
Αναφορικά με την πρόταση για κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων, τη χαρακτήρισε «εντυπωσιασμό χωρίς ουσία» και τόνισε ότι δεν υπάρχει σαφής εναλλακτική πρόταση. Επανέλαβε ότι η κυβέρνηση δεν προτίθεται να καταργήσει τις Πανελλαδικές, καθώς θεωρεί απαραίτητη τη διασφάλιση του αδιάβλητου χαρακτήρα τους και την ισότιμη πρόσβαση όλων των νέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Πολιτικές ισορροπίες και σεβασμός στη Δικαιοσύνη
Για τα σενάρια ίδρυσης κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά, ο κ. Μαρινάκης επανέλαβε ότι στόχος της Νέας Δημοκρατίας είναι η αυτοδυναμία. Επισήμανε ότι η χώρα πρέπει να κυβερνηθεί ανεξαρτήτως αποτελέσματος, αλλά απέρριψε κάθε συζήτηση συνεργασίας με πολιτικές δυνάμεις που χαρακτηρίζουν «μειοδοτική» την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης. Όπως είπε, «η πολιτική δεν είναι deal, η πολιτική είναι πρωτίστως πολιτικές».
Αναφερόμενος στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, απέρριψε τις κατηγορίες περί «πανηγυρισμών» για τις διώξεις και υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση σέβεται τη Δικαιοσύνη. Κάλεσε όσους είχαν χαρακτηρίσει βουλευτές «υπόδικους» να ζητήσουν συγγνώμη, επισημαίνοντας ότι οι περισσότεροι έχουν απαλλαγεί. Τόνισε πως η πολιτική απάντηση απέναντι σε κάθε δικαστική εξέλιξη πρέπει να είναι ο σεβασμός στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και η αποφυγή υποκατάστασης των θεσμών από το πολιτικό σύστημα.