Πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό αποκτούν και πάλι από το 2027 οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις της χώρας, μέσω ειδικού προγράμματος χρηματοδότησης από την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, το οποίο αναμένεται να κινητοποιήσει επιχειρηματικά δάνεια ύψους 5 δισ. ευρώ.
Σε μια κομβική στιγμή όπου τα επιτόκια ανεβαίνουν, χωρίς όμως οι δανειακές ανάγκες να μειώνονται, το νέο χρηματοδοτικό πρόγραμμα που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητοστάκης, στη ΔΕΘ αναμένεται να διευκολύνει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ως προς τη χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων και την ενίσχυση της ρευστότητας, είτε παρέχοντας δάνεια με χαμηλό επιτόκιο μέσω της συγχρηματοδότησης δανείου, είτε μέσω της κάλυψης των εξασφαλίσεων.
Οι δύο βραχίονες του προγράμματος χρηματοδότησης ύψους 5 δισ. ευρώ
Κινητήριος δύναμη σε αυτό το εγχείρημα αποτελεί η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, στην οποία πέρασαν τον Αύγουστο πόροι ύψους 2 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και τώρα μπορεί να διαθέσει πίσω στην οικονομία.
Συγκεκριμένα, 500 εκατ. ευρώ θα κατευθυνθούν προς το «Σπίτι μου 3» και 1,5 δισ. ευρώ προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τα οποία διαχωρίζονται ως εξής:
- 1,1 δισ. ευρώ θα κατευθυνθεί στο πρόγραμμα δανειοδότησης
- 400 εκατ. ευρώ θα κατευθυνθούν στο πρόγραμμα εγγυοδοσίας
Με τη συμμετοχή του τραπεζικού συστήματος, τα παραπάνω ποσά αυξάνονται σε νέα συγχρηματοδοτούμενα δάνεια 2,2 δισ. ευρώ και δάνεια με κρατική εγγύηση 2,8 δισ. ευρώ, ανεβάζοντας τον πήχη των επιχειρηματικών δανείων στα 5 δισ. ευρώ.
Σημείο-κλειδί είναι πως τα δύο προγράμματα δεν υπόκεινται στους προηγούμενους χρονικούς περιορισμούς του Ταμείου Ανάκαμψης ως προς τη διάθεση των κεφαλαίων, διότι οι πόροι προέρχονται από την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και όχι την ΕΕ.
Τα δύο εργαλεία αναμένεται να καταστήσουν ευκολότερη τη πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση και να επιταχύνουν την ανάπτυξή τους, δημιουργώντας παράλληλα πρόσθετα οφέλη στην οικονομία, καθώς μια υγιής επιχείρηση μπορεί μελλοντικά να παρέχει καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Πώς θα λειτουργούν οι δύο κατηγορίες φθηνής χρηματοδότησης
Εφόσον το πρόγραμμα συγχρηματοδοτούμενων δανείων λειτουργήσει με τους ίδιους όρους που έτρεχε και το Ταμείο Δανείων ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ, τότε το 40% του δανείου θα χορηγείται άτοκα μέσω του Ταμείου, ενώ το υπόλοιπο 60% θα χορηγείται από την τράπεζα με επιδότηση 3% του επιτοκίου για τα πρώτα δύο χρόνια.
Το ύψος του επιχειρηματικού δανείου καθορίζεται αναλόγως τον σκοπό του: τα δάνεια για κεφάλαιο κίνησης ειδικού σκοπού ξεκινούν από τις 10.000 ευρώ έως και τις 500.000 ευρώ και έχουν διάρκεια από 2 έως 5 έτη, ενώ τα επενδυτικά δάνεια κινούνται από 20.000 ευρώ έως 8 εκατ. ευρώ (ή έως 1,5 εκατ. ευρώ μέσω De Minimis) νε διάρκεια από 5 έως 12 έτη.
Αντιστοίχως, για τα εγγυημένα δάνεια προβλέπεται εγγύηση της τάξης του 70-80%, εφόσον σχεδιαστούν σύμφωνα με το Ταμείο Εγγυοδοσίας ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ. Συγκεκριμένα, η γενική εγγύηση αγγίζει το 70%, ενώ για νεοσύστατες επιχειρήσεις παρέχεται ποσοστό εγγύησης 80%.
Ως αποτέλεσμα, ο κίνδυνος που αναλαμβάνει η εμπορική τράπεζα σε περίπτωση που η επιχείρηση αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις συμβατικές της υποχρεώσεις περιορίζεται σημαντικά, επιτρέποντάς της να χορηγήσει δάνεια σε μικρότερες επιχειρήσεις.
Τα δάνεια για κεφάλαιο κίνησης ειδικού σκοπού ξεκινούν από τις 10.000 ευρώ έως 200.000 ευρώ για νεοσύστατες επιχειρήσεις και έως 500.000 ευρώ για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, ενώ τα επενδυτικά δάνεια κινούνται από τις 10.000 ευρώ έως 10 εκατ. ευρώ.
Η σημασία του pillar assessment της ΕΑΤ για τις μικρομεσαίες
Μια πολύ σημαντική συγκυρία είναι η ΕΑΤ ολοκλήρωσε τη διαδικασία του pillar assessment και αναβαθμίστηκε σε πιστοποιημένο οργανισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που της επιτρέπει να διαχειρίζεται άμεσα τα κονδύλια της ΕΕ και να διοχετεύσει επιπλέον πόρους στην ελληνική οικονομία.
Το timing είναι σημαντικό, καθώς η ΕΑΤ θα μπορέσει να «γεμίσει» το χρηματοδοτικό κενό που προκύπτει μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και πριν την έναρξη του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034.
Ουσιαστικά, από έμμεσος διαχειριστής κονδυλίων η ΕΑΤ γίνεται άμεσα αναγνωρισμένος εταίρος υλοποίησης, ικανός να διαχειρίζεται τα κονδύλια του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, όπως επιχορηγήσεις, εγγυήσεις και χρηματοδοτικά μέσα.
Αυτό μεταφράζεται σε άμεση πρόσβαση στους πόρους του προϋπολογισμού της ΕΕ, χωρίς να χρειάζεται να ενεργεί μόνο μέσω διαμεσολαβητών όπως η ΕΤΕπ ή οι εμπορικές τράπεζες, ενώ παράλληλα της δίνεται η δυνατότητα διοχέτευσης πρόσθετων κονδυλίων στην ελληνική οικονομία, μέσω χρηματοδοτικών μέσων, εγγυήσεων και συστημάτων συγχρηματοδότησης.
Επιπλέον, αν κάποιο από τα χρηματοδοτικά προγράμματα που «τρέχει» δεν εξαντλήσει τους πόρους του, η ΕΑΤ μπορεί να τους «ανακυκλώσει» σε νέα προγράμματα. Αυτό σημαίνει πως οι πόροι δεν χάνονται, όπως μπορεί να συμβεί με το Ταμείο Ανάκαμψης, αλλά ξαναπέφτουν στην πραγματική οικονομία, μέσω ακόμη πιο αποδοτικών προγραμμάτων.
Αξίζει να σημειωθεί πως από το 2019, η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα έχει διοχετεύσει 14,5 δισ. ευρώ στην αγορά μέσα από τα χρηματοδοτικά εργαλεία της, έχοντας χρηματοδοτήσει πάνω από 60.000 επιχειρήσεις.