Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση του άρθρου 81Σ δεν επιβάλλει συγκεκριμένο μοντέλο διακυβέρνησης, αλλά δίνει στον κοινό νομοθέτη τη δυνατότητα να θεσπίσει, όταν κριθεί αναγκαίο, ένα πιο ευέλικτο και λειτουργικό σύστημα. Αυτό υπογράμμισαν αρκετοί βουλευτές του κόμματος στη συζήτηση της πρότασης, που αφορά τη δυνατότητα καθορισμού, με νόμο και αυξημένη πλειοψηφία, των ασυμβιβάστων του αξιώματος του Υπουργού και του Υφυπουργού προς άλλα έργα ή ιδιότητες.
Ο Παναγής Καππάτος τόνισε ότι στο επίσημο κείμενο που κατέθεσε η Νέα Δημοκρατία στη Βουλή, «δεν προτείνεται η αυτόματη απομάκρυνση ενός βουλευτή από την έδρα του, όταν αναλαμβάνει υπουργικά καθήκοντα, δεν θεσπίζονται προσωρινοί βουλευτές, δεν καθορίζονται μηχανισμοί αντικατάστασης από επιλαχόντες». Αντίθετα, προτείνεται να μπορεί ο νόμος, με αυξημένη πλειοψηφία, να επιλέγει τα ασυμβίβαστα του υπουργικού αξιώματος.
Η θέση της Νέας Δημοκρατίας για τη θεσμική ευελιξία
Προηγουμένως, ο εισηγητής Δημήτρης Καιρίδης είχε επισημάνει ότι η πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 81Σ δεν είναι συγκεκριμένη, καθώς αντικατοπτρίζει τη βούληση της Νέας Δημοκρατίας να ανοίξει μια «ελεύθερη και κατά συνείδηση συζήτηση» για τη θεσμική αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή και τη σχέση νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας. Ανάλογη θέση είχε εκφράσει και ο γενικός εισηγητής του κόμματος, Ευριπίδης Στυλιανίδης.
Ο Γιάννης Κεφαλογιάννης αναφέρθηκε στο βρετανικό μοντέλο, όπου η βουλευτική ιδιότητα συνδέεται υποχρεωτικά με το υπουργικό αξίωμα. Τόνισε ότι η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας «δεν αλλάζει ποιος κυβερνά, δεν αλλάζει ποιος λογοδοτεί, δεν αλλάζει και η αρχή της κοινοβουλευτικής ευθύνης», αλλά επιδιώκει να απαλλάξει το Σύνταγμα από οργανωτικές δεσμεύσεις που μπορούν να ρυθμιστούν αποτελεσματικότερα με νόμο.
Όπως ανέφερε, «η πραγματική επιλογή της ΝΔ είναι ότι το Σύνταγμα δεν πρέπει να εγκλωβίζεται σε οργανωτικές λεπτομέρειες της κυβερνητικής δομής». Η αναθεώρηση, πρόσθεσε, στοχεύει σε περισσότερη θεσμική ευελιξία και λογοδοσία, χωρίς να μεταβάλλει την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης ή τη σχέση εμπιστοσύνης με τη Βουλή.
Θεσμικός διάλογος για το ασυμβίβαστο
Ο Γιώργος Κωτσός σημείωσε ότι η πρόταση ανοίγει έναν θεσμικό διάλογο σχετικά με τη δυνατότητα θέσπισης ασυμβιβάστου μεταξύ βουλευτή και υπουργού. Επεσήμανε ότι η άποψη περί παραίτησης του βουλευτή που αναλαμβάνει υπουργικά καθήκοντα δεν εξυπηρετεί ούτε την κοινοβουλευτική αξιοπιστία ούτε την κυβερνητική αποτελεσματικότητα. Τόνισε, επίσης, ότι η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών κρατών δείχνει ποικιλία μοντέλων οργάνωσης της εκτελεστικής εξουσίας, με τη συμμετοχή εξειδικευμένων προσώπων εκτός κοινοβουλίου να ενισχύει την αποτελεσματικότητα των δημόσιων πολιτικών.
Ο Παναγής Καππάτος πρόσθεσε ότι η αυξημένη πλειοψηφία στην ψήφιση σχετικού νόμου διασφαλίζει ευρύτερη συναίνεση και σταθερότητα. «Η πρότασή μας δεν επιβάλλει ένα συγκεκριμένο μοντέλο ασυμβιβάστου, αλλά δημιουργεί το συνταγματικό πλαίσιο ώστε η επόμενη Βουλή να εξετάσει τις αναγκαίες ρυθμίσεις με εγγυήσεις, διαφάνεια και ευρεία πολιτική νομιμοποίηση», ανέφερε.
Επιφυλάξεις και εναλλακτικές προσεγγίσεις
Ο Χαράλαμπος Αθανασίου υπενθύμισε ότι το ισχύον Σύνταγμα ήδη θεωρεί κάθε επαγγελματική δραστηριότητα ασυμβίβαστη με τη θέση του υπουργού και δίνει τη δυνατότητα στον νομοθέτη να καθιερώσει πρόσθετα ασυμβίβαστα. Επισήμανε ότι το ισχύον πλαίσιο είναι επαρκές και δεν χρειάζεται να προστεθεί η λέξη «ιδιότητες», ενώ προειδοποίησε ότι το πολίτευμα της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δεν πρέπει να αλλοιωθεί.
Τέλος, ο Λευτέρης Κτιστάκης σημείωσε ότι αν καθιερωθεί ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή, θα πρόκειται για διαφορετικό μοντέλο διακυβέρνησης, το οποίο πρέπει να αξιολογηθεί ως προς τις πιθανές συνέπειές του.