Ακόμα πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη θα βάλουν οι καταναλωτές καθώς η εποχή των φθηνών συμβολαίων έχει τελειώσει στις τηλεπικοινωνίες εξαιτίας των πληθωριστικών πιέσεων. Οι πάροχοι έχουν φέρει νέες αυξήσεις στα συμβόλαιά τους και συνεχίζουν την ανοδική πορεία των τιμών που έχει ξεκινήσει από το 2024 όταν και τέλειωσε η σύντομη περίοδος αποκλιμάκωσης που είχε υπάρξει.
Υπενθυμίζουμε πως οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι είχαν προχωρήσει σε μειώσεις των τιμολογίων τους το 2022 όταν και είχαν υπάρξει πιέσεις από την κυβέρνηση.
Ωστόσο από το 2023 είχαν ξεκινήσει να πιέζουν για εκ νέου αυξήσεις λόγω των πληθωριστικών πιέσεων που προέρχονταν από τον πόλεμο της Ουκρανίας.
Η αγορά βρίσκεται πλέον σε περίοδο ανακατατάξεων, με τις πιέσεις των τελευταίων ετών να φτάνουν πλέον και στους συνδρομητές της κινητής που ήταν μέχρι σήμερα «προστατευμένοι» εξαιτίας του έντονου ανταγωνισμού που υπήρχε μεταξύ των παρόχων και είχε οδηγήσει τις τηλεπικοινωνίες να είναι ο μοναδικός κλάδος που είχε καταγράψει πτώση τιμών την τελευταία πενταετία.
Οι πάροχοι είχαν ήδη ξεκινήσει να «φουσκώνουν» τους λογαριασμούς με έμμεσους τρόπους, όπως την χρέωση για την αποστολή λογαριασμού.
Την ίδια στιγμή, και τα και τα στελέχη του τηλεπικοινωνιακού κλάδου αναφέρουν στο BD πως «οι αυξήσεις έχουν ήδη γίνει γνωστές στους καταναλωτές από καιρό», ενώ επισημαίνουν τον υψηλό ανταγωνισμό που επικρατεί στην ελληνική αγορά, με το ARPU (μέσο έσοδο ανά χρήστη) να είναι πολύ χαμηλότερο από αυτά που χρειάζονται οι εταιρείες για να προχωρήσουν τις επενδύσεις που σχεδιάζουν.
Ανάγκη των παρόχων για αύξηση των εσόδων
Τονίζουν επίσης πως οι αυξήσεις στα λειτουργικά τους έξοδα δεν προέρχεται μόνο από το ενεργειακό κόστος αλλά και από την άνοδο των τιμών σε υλικά, πρώτες ύλες, υπηρεσίες τρίτων.
Παράλληλα και νέες τεχνολογίες όπως το FWA μπαίνουν στο παιχνίδι για τους παρόχους που βλέπουν την άνοδο της κατανάλωσης δεδομένων σε συνδυασμό με την εξάπλωση των 5G δικτύων να ενισχύουν τα έσοδα τους, μετά από μια πενταετία που οι τιμές ακολουθούσαν αντίθετη πορεία από τον πληθωρισμό.
Το τέλος της εποχής της πτώσης των τιμών αντανακλάται και στα στοιχεία για τα έσοδα του 2024 των παρόχων που ενισχύθηκαν κατά 4,4% όπως αποδεικνύουν τα στοιχεία της ΕΕΤΤ. Ειδικότερα, ο τζίρος των τηλεπικοινωνιακών παρόχων διαμορφώθηκε στα 5,503 δισ. ευρώ, αυξημένος από τα 5,271 δισ. ευρώ το 2023, με την κινητή να σπάει για πρώτη φορά το φράγμα των 2 δισ. ευρώ.
Το ανοδικό ράλι συνεχίστηκε και το 2025 όπως αποκαλύπτουν τα στοιχεία, καθώς στο πρώτο εξάμηνο ο κύκλος εργασιών των τηλεπικοινωνιακών παρόχων ήταν ενισχυμένος κατά 3,5% σε ετήσια βάση διαμορφωμένος στα 2,81 δισ. Ευρώ έναντι των 2,71 δισ. Ευρώ το αντίστοιχο εξάμηνο του 2024.
Οι αυξήσεις που έρχονται για τους καταναλωτές
ΟΤΕ, Vodafone και Nova προβλέπουν αυξήσεις με συγκεκριμένα ανώτατα όρια, με τον πληθωρισμό να αποτελεί βασική παράμετρο υπολογισμού.
Η τιμαριθμική προσαρμογή στα τιμολόγια των τηλεπικοινωνιών λειτουργεί σε χώρες, όπως η Αυστρία, το Βέλγιο, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Ολλανδία, η Πολωνία και η Πορτογαλία, ενώ σχετική πρόβλεψη υπάρχει και στην Γαλλία και την Ισπανία, όπως αναφέρει η ΕΕΤΤ.
Ο ΟΤΕ προχώρησε πρόσφατα σε αλλαγή του μοντέλου αναπροσαρμογής των παγίων για συνδέσεις σταθερής και κινητής. Σύμφωνα με τους όρους των συμβολαίων, το πάγιο μπορεί να αυξάνεται μία φορά τον χρόνο, με βάση τη μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, όπως αυτή καταγράφεται από την ΕΛΣΤΑΤ.
Η ετήσια επιβάρυνση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 2,8 ευρώ ανά σύνδεση και η νέα τιμή ενεργοποιείται με τον πρώτο λογαριασμό που εκδίδεται από την 1η Φεβρουαρίου κάθε έτους.
Διαφορετικό μοντέλο ακολουθεί η Vodafone. Η εταιρεία προβλέπει δυνατότητα αύξησης της τελικής τιμής του μηνιαίου παγίου, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τον πληθωρισμό όσο και τις ετήσιες επενδύσεις στο δίκτυό της.
Η αναπροσαρμογή μπορεί να φθάσει έως τα 3 ευρώ τον μήνα, μαζί με τους φόρους, και εφαρμόζεται μετά τη συμπλήρωση των πρώτων 12 μηνών της σύμβασης. Πριν από την αλλαγή, ο συνδρομητής ενημερώνεται μέσω SMS για το ακριβές ύψος της αύξησης. Μετά τη λήξη της ελάχιστης συμβατικής διάρκειας εφαρμόζονται οι τιμές του επίσημου τιμοκαταλόγου της εταιρείας.
Στη Nova, το μηνιαίο πάγιο αναπροσαρμόζεται τον Φεβρουάριο κάθε έτους εφόσον έχει αυξηθεί ο μέσος ετήσιος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή. Η μεταβολή ακολουθεί την πορεία του πληθωρισμού, ωστόσο η επιβάρυνση δεν μπορεί να ξεπεράσει τα 3 ευρώ τον μήνα ανά σύνδεση, συμπεριλαμβανομένων των φόρων. Η νέα χρέωση αποτυπώνεται στον λογαριασμό που εκδίδεται τον Φεβρουάριο.