ΓΔ: 2653.53 0.81% Τζίρος: 266.52 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:25:02
Φώτο: Getty Images

Τα 18 σημεία που κρίνουν νόμιμες ή παράνομες τις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών

Οι φορολογούμενοι που ελέγχονται από τη εφορία για τις καταθέσεις τους οφείλουν να έχουν διαθέσιμα τα δικαιολογητικά των κινήσεων των τραπεζικών τους λογαριασμών που αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς τους.

Νέες οδηγίες σχετικά με τους τρόπους άμυνας απέναντι στους ελέγχους των τραπεζικών καταθέσεων δίνει η ΑΑΔΕ, μέσω των αποφάσεων της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, κατόπιν δεκάδων προσφυγών φορολογουμένων που ελέγχθηκαν και τους επιβλήθηκαν φόροι και πρόστιμα.

Οι έλεγχοι των καταθέσεων είναι συχνοί και σε κάθε φορολογικό έλεγχο η πρώτη κίνηση των εφοριακών είναι η καταγραφή των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών την επίμαχη περίοδο.

Το πρώτο μήνυμα που στέλνει η ΑΑΔΕ είναι πως δεν σημαίνει πως «ποινικοποιούνται» οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών, αφού ο κάτοχός τους έχει την ευχέρεια να αποδείξει τη νομιμότητα των ποσών που διακινήθηκαν και να εξηγήσει τους λόγους, π.χ. αν προέρχονται από παλαιά εισοδήματα ή από πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων κ.λπ.

Μόνο εφόσον δεν καταφέρει να αποδείξει ότι τα χρήματά του στις τράπεζες έχουν αποκτηθεί νόμιμα και έχουν φορολογηθεί ή εξαιρούνται τη φορολογίας, φορολογούνται με συντελεστή 33% και στον φόρο που προκύπτει επιβάλλεται και πρόστιμο ύψους 50%.

Σε κάθε περίπτωση, εάν πρόκειται για προσαύξηση περιουσίας που προκύπτει από τον έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών, οι ελεγκτές οφείλουν να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς τους με συγκεκριμένα στοιχεία.

Πότε κρίνονται νόμιμες ή παράνομες οι καταθέσεις

Για να κριθεί η νομιμότητα ή μη των καταθέσεων το πλαίσιο που εφαρμόζουν οι ελεγκτικές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ περιέχει τις ακόλουθες παραδοχές:

  1. Οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία, που σημαίνει ελέγχονται μόνο εκείνες που έγιναν την τελευταία πενταετία και ο έλεγχος δεν μπορεί να επεκταθεί στη δεκαετία.
  2. Για τις μεταφορές χρηματικών ποσών μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών εξετάζονται και διερευνάται ο λόγος που πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές μεταφοράς των ποσών αυτών αφού προσκομίσει ο φορολογούμενος τα σχετικά έγγραφα. Η παράμετρος που πρέπει να εξετάζεται δεν είναι ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ ανάληψης και κατάθεσης στον ίδιο ή άλλο τραπεζικό λογαριασμό αλλά αν τα αναληφθέντα ποσά υπερκαλύπτουν δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων ή λοιπών δαπανών, έτσι ώστε να μην δικαιολογούνται μεταγενέστερες καταθέσεις ίσου ή άλλου ποσού στον ίδιο ή άλλο λογαριασμό.
  3. Εφόσον τεκμηριωθεί από τον έλεγχο ότι, οι συγκεκριμένες αναλήψεις που έγιναν από τον φορολογούμενο από έναν ή περισσότερους λογαριασμούς δαπανήθηκαν για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων ή λοιπών δαπανών, δεν μπορεί να θεωρηθεί εφικτή η επανακατάθεση των ποσών αυτών σε ίδιους ή άλλους λογαριασμούς και άρα υπάρχει πρόβλημα.
  4. Ο έλεγχος κρίνει και τεκμηριώνει εάν πρόκειται ή όχι για «πρωτογενείς καταθέσεις», δηλαδή για ποσά που προέρχονται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία και δεν προέρχονται από αναλήψεις από άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς.
  5. Δεν αντίκειται στη φορολογική νομοθεσία η ανάληψη χρηματικών ποσών και η αποδεδειγμένη επανακατάθεση μέρους ή του συνόλου αυτών και ούτε προβλέπεται χρονικός περιορισμός για την διαδικασία κίνησης χρηματικών κεφαλαίων.
  6. Στην περίπτωση που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η προσαύξηση της περιουσίας, τότε αυτή φορολογείται στη χρήση που διαπιστώνεται από τον έλεγχο ότι επήλθε. Πάντως, ο φορολογούμενος δύναται σε κάθε περίπτωση να αποδείξει ότι ο χρόνος αυτός είναι διάφορος από αυτόν που διαπιστώθηκε από τον έλεγχο.
  7. Δεν υφίσταται προσαύξηση περιουσίας στην περίπτωση κατά την οποία είναι εμφανής η πηγή προέλευσης ενός χρηματικού ποσού, το οποίο εμφανίζεται ως πίστωση στον τραπεζικό λογαριασμό του ελεγχόμενου φυσικού προσώπου (π.χ. από εισόδημα από κεφάλαιο, εισόδημα από κινητές αξίες, πώληση περιουσιακών στοιχείων, δάνειο, κ.τλ.), ακόμα και αν το ποσό αυτό δεν συμπεριελήφθη στις σχετικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, ενώ υπήρχε σχετική υποχρέωση.
  8. Πίστωση σε τραπεζικό λογαριασμό μπορεί να λογισθεί και να φορολογηθεί ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα του δικαιούχου του λογαριασμού, εφόσον δεν καλύπτεται με τα δηλωθέντα εισοδήματά του, ούτε από άλλη συγκεκριμένη και αρκούντως τεκμηριωμένη, ενόψει των συνθηκών, πηγή ή αιτία, είτε την οποία αυτός επικαλείται, κατόπιν κλήσης του από τη Διοίκηση για παροχή σχετικών πληροφοριών ή προηγούμενη ακρόαση, είτε την οποία εντοπίζει η φορολογική αρχή στο πλαίσιο της λήψης των προβλεπόμενων στο νόμο, αναγκαίων, κατάλληλων και εύλογων μέτρων ελέγχου.
  9. Ο φορολογούμενος οφείλει κατ' αρχήν, να ανταποκριθεί στην κλήση της ελεγκτικής αρχής να της χορηγήσει τα αναγκαία και εύλογα, ενόψει των συνθηκών, στοιχεία διευκρίνισης και επαρκούς δικαιολόγησης της περιουσιακής του κατάστασης, η οποία προδήλως δεν ανταποκρίνεται σε εκείνη που προκύπτει από τα στοιχεία των φορολογικών του δηλώσεων.
  10. Η άρνηση ή η παράλειψη του φορολογούμενου να παράσχει τις παραπάνω πληροφορίες ή η αδυναμία του να τεκμηριώσει επαρκώς τους ισχυρισμούς προς δικαιολόγηση των επίμαχων ποσών λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση από τη φορολογική αρχή των αποδείξεων σε βάρος του.
  11. Σε περίπτωση που δεν προσκομίζονται στοιχεία για επένδυση ή κίνηση λογαριασμού ημεδαπής ή αλλοδαπής, λόγω αντικειμενικής αδυναμίας προσκόμισης των σχετικών δικαιολογητικών (για παράδειγμα, διότι έχει παρέλθει ο χρόνος που η τράπεζα ή άλλο ίδρυμα έχει υποχρέωση διαφύλαξης των σχετικών αρχείων), γίνονται δεκτοί οι ισχυρισμοί του ελεγχόμενου, εκτός αν η φορολογική αρχή αιτιολογημένα απορρίψει αυτούς στη βάση άλλων στοιχείων που διαθέτει.
  12. Σε κάθε περίπτωση, εάν διαπιστωθεί ότι η απόκτηση της επένδυσης έλαβε χώρα σε χρόνο εκτός των φορολογικών ετών που περιλαμβάνονται στην εντολή ελέγχου, ή το εισερχόμενο έμβασμα αλλοδαπής προέρχεται από καταθέσεις / πραγματικά εισοδήματα προγενέστερων ετών της ελεγχόμενης περιόδου, οι εν λόγω πιστώσεις θεωρούνται δικαιολογημένες για το ελεγχόμενο διάστημα και δεν θεμελιώνεται, εξ αυτού του λόγου, επέκταση του φορολογικού ελέγχου στα προγενέστερα αυτά έτη, εκτός εάν και στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαίο για την διακρίβωση της υπαγωγής σε φόρο ή νόμιμης απαλλαγής από αυτόν των κεφαλαίων από τα οποία προέρχονται οι εν λόγω πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων περί παραγραφής.
  13. Το ποσό τραπεζικού λογαριασμού που τροφοδότησε έμβασμα και λογίζεται ως φορολογητέο εισόδημα και φορολογείται ως εισόδημα της διαχειριστικής περιόδου κατά την οποία προκύπτει ότι εισήχθη το ποσό αυτό στην περιουσία του δικαιούχου του λογαριασμού, η δε μεταφορά με έμβασμα χρηματικού ποσού από τραπεζικό λογαριασμό δικαιούχου σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό του (στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή) δεν αποτελεί προσαύξηση της περιουσίας του.
  14. Κρίσιμος δεν είναι, τουλάχιστον κατ' αρχήν, ο χρόνος διενέργειας του εμβάσματος, αλλά είτε ο χρόνος της κατάθεσης του επίμαχου ποσού (ή σε περίπτωση τμηματικής κατάθεσης του, ο χρόνος που κατατέθηκε καθένα από τα τμήματα του) στον τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου, μέσω του οποίου έγινε το έμβασμα, είτε ο προγενέστερος αυτού χρόνος κατά τον οποίο προκύπτει ότι επήλθε η αντίστοιχη προσαύξηση της περιουσίας του.
  15. Ο προσδιορισμός του κρίσιμου χρόνου πρέπει να γίνεται από την ελεγκτική αρχή με βάση πρόσφορα και επαρκή στοιχεία τα οποία συλλέγονται κατόπιν της λήψης των προβλεπόμενων στο νόμο αναγκαίων, κατάλληλων και εύλογων, ενόψει των περιστάσεων, μέτρων ελέγχου στα οποία συμπεριλαμβάνονται ιδίως η κλήση του φορολογούμενου για παροχή εξηγήσεων και η αναζήτηση πληροφοριών και στοιχείων από τα εμπλεκόμενα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
  16. Αν η εντός ευλόγου χρόνου συλλογή στοιχείων σχετικά με τη διαπίστωση του χρόνου προσαύξησης της περιουσίας καθίσταται αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής, γεγονός που πρέπει να βεβαιώνεται από τη φορολογική αρχή με ειδική αιτιολογία, αυτή μπορεί να διαπιστώσει τον κρίσιμο χρόνο με βάση όσα στοιχεία κατάφερε να συγκεντρώσει ο έλεγχος και, στην εξαιρετική περίπτωση παντελούς έλλειψης τέτοιων στοιχείων, να θεωρήσει κατά τεκμήριο ως κρίσιμο χρόνο εκείνον του εμβάσματος.
  17. Αν η εντός εύλογου χρόνου συλλογή στοιχείων σχετικά με τη διαπίστωση του χρόνου προσαύξησης της περιουσίας καθίσταται αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής, γεγονός που πρέπει να βεβαιώνεται από τη φορολογική αρχή με ειδική αιτιολογία, αυτή μπορεί να διαπιστώσει τον κρίσιμο χρόνο με βάση όσα στοιχεία κατάφερε να συγκεντρώσει ο έλεγχος και, στην εξαιρετική περίπτωση παντελούς έλλειψης τέτοιων στοιχείων, να θεωρήσει κατά τεκμήριο ως κρίσιμο χρόνο εκείνον του εμβάσματος.
  18. Σε περίπτωση μεγάλης φοροδιαφυγής θα πρέπει να αποδεικνύεται από τη φορολογική διοίκηση με συγκεκριμένα στοιχεία, αλλά η τέλεση φορολογικής παράβασης, μπορεί να προκύπτει, όχι μόνο με βάση άμεσες αποδείξεις, αλλά και από έμμεσες αποδείξεις (τεκμήρια), που είναι ικανές να προσδώσουν στέρεη πραγματική βάση στο συμπέρασμα περί διάπραξης της αποδιδόμενης παράβασης.
Google news logo Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Οικογενειακή επιχείρηση γραφείου
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πώς γίνεται ο οικογενειακός έλεγχος καταθέσεων και μετρητών από την ΑΑΔΕ

Τεχνική ελέγχου των τραπεζικών λογαριασμών καθώς και των δαπανών με μετρητά του φορολογούμενου, καθώς και των μελών της οικογένειάς του εφαρμόζει σε ευρεία κλίμακα η ΑΑΔΕ. Στο μικροσκόπιο τίθενται καταθέσεις, αναλήψεις σε Ελλάδα και εξωτερικό, οι κοινοί λογαριασμοί, τα προστατευόμενα μέλη, τα περιουσιακά στοιχεία και οι πληρωμές για ένα ή περισσότερα φορολογικά έτη.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μέσω τραπεζικών λογαριασμών και Ε1 ελέγχει η ΑΑΔΕ τις τριγωνικές δωρεές

Ελέγχους μέσω των τραπεζικών κινήσεων και των εντύπων Ε1 διενεργεί η εφορία στις δωρεές προκειμένου να εντοπίσει παρατυπίες ή «τριγωνικές» συναλλαγές. Τι ισχύει με το 6μηνο που πρέπει να μεσολαβεί.
Χαρτονομίσματα και κέρματα ευρώ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Φόρος δωρεάς και πρόστιμο στο... χαρτζιλίκι του παππού στην εγγονή του

Φοιτήτρια από την Εύβοια που σπούδαζε στη Χίο κλήθηκε να πληρώσει φόρο και πρόστιμο στην εφορία, επειδή δεν υπέβαλε δήλωση δωρεάς, για το χαρτζιλίκι που ελάμβανε τμηματικά από τον παππού της, ύψους... 700 ευρώ.
Τραπεζική θυρίδα
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυτόματη αποδέσμευση τραπεζικών λογαριασμών - θυρίδων μετά την πενταετία

Το ΣτΕ αποφάσισε ότι η ΑΑΔΕ υποχρεούται να αποδεσμεύει αυτόματα τραπεζικούς λογαριασμούς, θυρίδες και περιουσιακά στοιχεία μετά την πενταετία, χωρίς αίτηση του φορολογουμένου.