Αυστηρότερα όρια και ισχυρές αποδείξεις για τη στοιχειοθέτηση των φορολογικών παραβάσεων θέτει με νέα απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας, μια ετυμηγορία που επηρεάζει πλήθος υποθέσεων που εκκρεμούν στα δικαστήρια, όλων των βαθμίδων.
Πρόκειται για την υπ' αριθμ. 41/2026 απόφαση του ΣτΕ, με την οποία σημειώνει ότι η φορολογική διοίκηση φέρει το βάρος να αποδείξει με συγκεκριμένα στοιχεία την εικονικότητα κάθε επίμαχης συναλλαγής και δεν μπορεί να στηρίζεται σε γενικές ή συγκεντρωτικές αναφορές.
Η απόφαση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς επανακαθορίζει και αυστηροποιεί τα όρια της αποδεικτικής διαδικασίας στους φορολογικούς ελέγχους, ενισχύοντας τη θέση των φορολογουμένων απέναντι στις αιτιάσεις των ελεγκτών της ΑΑΔΕ.
Συγχρόνως, αποτελεί σαφές μήνυμα προς τις ελεγκτικές υπηρεσίες ότι οι διαπιστώσεις τους πρέπει να στηρίζονται σε πλήρη και εξατομικευμένη τεκμηρίωση και όχι σε συνοπτικές ή συγκεντρωτικές αναφορές.
Η καταστροφή των βιβλίων
Η υπόθεση που εκδικάστηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας αφορά στην επιβολή προστίμου ύψους 312.775 ευρώ σε ετερόρρυθμη εταιρεία για τη λήψη 31 εικονικών τιμολογίων, συνολικής καθαρής αξίας 156.387,50 ευρώ, από επιχείρηση που είχε χαρακτηριστεί από τους ελεγκτές της εφορίας ως «συναλλακτικώς ανύπαρκτη».
Στο μεταξύ, όμως, η ελεγχόμενη εταιρεία είχε προχωρήσει στη νόμιμη καταστροφή των βιβλίων και των φορολογικών της στοιχείων, μια διαδικασία που ήταν νόμιμη, με βάση τις ισχύουσες τότε διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας περί περαίωσης των εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων.
Ωστόσο, καθώς δεν υπήρχαν τα βιβλία, η φορολογική Αρχή έχασε ένα κρίσιμο στοιχείο και δεν μπόρεσε να στοιχειοθετήσει την κατηγορία περί φοροδιαφυγής.
Η (νόμιμη) καταστροφή των βιβλίων αποτέλεσε κρίσιμη παράμετρο της δικαστικής διαμάχης, καθώς η φορολογική διοίκηση δεν μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά στην απουσία των παραστατικών, αλλά όφειλε να αποδείξει με άλλα στοιχεία την εικονικότητα των συναλλαγών, κάτι που δεν κατάφερε, σύμφωνα με το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο.
Οι τρείς «ήττες» της εφορίας
Οι συναλλαγές αφορούσαν τη χρήση του 2005 και το γεγονός ότι τελεσιδίκησε η υπόθεση μετά από και 20ετία οφείλεται στην καθυστέρηση απονομή της δικαιοσύνης, ένα πρόβλημα που αποτελούσε μόνιμη σύσταση της τρόικας την περίοδο των μνημονίων, αλλά και των οροσήμων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Αρχικά η εφορία καταλόγισε τα πρόστιμα ύψους 312.775 ευρώ στην ετερόρρυθμη εταιρεία, η οποία τα αμφισβήτησε προσφεύγοντας στο Διοικητικό Πρωτοδικείο, το οποίο τη δικαίωσε και ακύρωσε τα πρόστιμα.
Ακολούθως η εφορία προσέφυγε στο Διοικητικό Εφετείο, ζητώντας την ακύρωση της απόφασης του Πρωτοδικείου, αλλά και το Εφετείο δικαίωσε την εταιρεία.
Κατόπιν ακολούθησε η προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο επικύρωσε τις αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων και δικαίωσε οριστικά την εταιρεία.
Τι σημαίνει η απόφαση του ΣτΕ
Το Συμβούλιο της Επικρατείας με την κρίση του επιβεβαιώνει ότι η διαπίστωση της εικονικότητας δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε συγκεντρωτικές καταστάσεις ή στη γενική διαπίστωση ότι ο εκδότης των τιμολογίων ήταν ανύπαρκτος συναλλακτικά, αλλά απαιτεί ειδική και εμπεριστατωμένη τεκμηρίωση για κάθε επιμέρους φορολογικό στοιχείο.
Και επειδή οι αποφάσεις του ΣτΕ παράγουν νομολογία, η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις φορολογικές διαφορές που αφορούν παλαιές χρήσεις, καθώς επαναβεβαιώνει ότι ακόμη και σε περιπτώσεις όπου ο εκδότης των τιμολογίων έχει χαρακτηριστεί ως εικονική επιχείρηση, η φορολογική διοίκηση δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση πλήρους απόδειξης των παραβάσεων.
Παράλληλα, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το βάρος της απόδειξης παραμένει στη φορολογική αρχή, η οποία οφείλει να συγκεντρώνει και να παρουσιάζει συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία για κάθε συναλλαγή που αμφισβητεί.
Η έλλειψη αυτών των στοιχείων δεν μπορεί να αναπληρωθεί από γενικές διαπιστώσεις ή συνοπτικές καταγραφές και αναδεικνύει την υποχρέωση των ελεγκτικών αρχών να τεκμηριώνουν με ακρίβεια κάθε καταλογισμό πριν από την επιβολή ιδιαίτερα υψηλών φορολογικών κυρώσεων.