Η ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών επιβεβαιώνει τον ρόλο της ως έναν από τους πιο στρατηγικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ανάπτυξη, τις επενδύσεις, την απασχόληση και τις εξαγωγές.
Αυτό προκύπτει από την 21η έκθεση του ΙΟΒΕ για λογαριασμό του ΣΕΒΤ, η οποία εξετάζει τη συμβολή του κλάδου στην ελληνική οικονομία την περίοδο 2020-2024 και αναδεικνύει τις πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα.
Η βιομηχανία τροφίμων και ποτών αποτελεί τον μεγαλύτερο κλάδο της ελληνικής μεταποίησης, με κύκλο εργασιών 26,2 δισ. ευρώ και ποσοστό 27% στη συνολική προστιθέμενη αξία του τομέα (4,7 δισ. ευρώ). Παράλληλα, είναι ο μεγαλύτερος εργοδότης της μεταποίησης, απασχολώντας 162.000 άμεσα εργαζόμενους και ενισχύοντας ουσιαστικά την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή.
Ο κλάδος συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες εξαγωγικές δυνάμεις της χώρας, καθώς οι εξαγωγές τροφίμων και ποτών διπλασιάστηκαν την τελευταία δεκαετία, φτάνοντας τα 7,4 δισ. ευρώ το 2025 και αντιπροσωπεύοντας το 15% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών.
Τα επεξεργασμένα φρούτα και λαχανικά, καθώς και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, καλύπτουν σχεδόν το 51% της αξίας των εξαγωγών του κλάδου. Η Ιταλία και η Γερμανία απορροφούν περίπου το 30% των εξαγωγών, ενώ η Ολλανδία και η Γερμανία αποτελούν βασικές χώρες προέλευσης εισαγωγών, με μερίδιο 28%.
Επενδύσεις, καινοτομία και ανθεκτικότητα
Η συμβολή του κλάδου αποτυπώνεται και στις επενδύσεις, που ξεπέρασαν το 1 δισ. ευρώ το 2024 και τα 7,2 δισ. ευρώ την περίοδο 2015-2024. Οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να επενδύουν σε εκσυγχρονισμό, καινοτομία και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
Το 2023, η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων-ποτών-καπνού διέθεσε 56,5 εκατ. ευρώ για έργα Έρευνας & Ανάπτυξης, ποσό που αντιστοιχεί στο 10,5% της συνολικής δαπάνης για Ε&Α στην Ελλάδα.
Η επίδοση αυτή κατατάσσει τη χώρα στη 2η θέση μεταξύ των κρατών της ΕΕ με διαθέσιμα στοιχεία.
Παρά τις διεθνείς αναταράξεις, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις πληθωριστικές πιέσεις, η ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών παραμένει ανθεκτική, στηρίζοντας σταθερά τα ελληνικά νοικοκυριά.
Σταθερότητα τιμών και προοπτικές
Στην κατηγορία των τυποποιημένων, επώνυμων τροφίμων —που διατίθενται κυρίως από επιχειρήσεις-μέλη του ΣΕΒΤ— ο δείκτης εξέλιξης των τιμών την περίοδο Ιανουαρίου 2025 έως Ιουνίου 2026 παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος, με μικρές αποκλίσεις.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒΤ, Ι. Γιώτης, δήλωσε: «Τα στοιχεία της Έκθεσης, επιβεβαιώνουν ότι η Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών παραμένει ένας ανθεκτικός και δυναμικός κλάδος, με σημαντική συμβολή στην Εθνική Οικονομία, την απασχόληση και τις εξαγωγές της χώρας.
Παρά τις διεθνείς προκλήσεις, οι επιχειρήσεις του κλάδου μας συνεχίζουν να επενδύουν και να παράγουν αξία, αλλά και να απορροφούν σημαντικό μέρος των ανατιμήσεων έμπρακτα και αποτελεσματικά προς όφελος του καταναλωτή, που είναι η μεγαλύτερη περιουσία μας.
Με προσήλωση στη διάθεση προϊόντων υψηλής ποιότητας, ασφαλών, βιώσιμων, καινοτόμων και προσιτών, διαμορφώνουμε τις προϋποθέσεις για μια ακόμη ισχυρότερη και πιο ανταγωνιστική Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών».
Από την πλευρά του, ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Ν. Βέττας, ανέφερε: «Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν τη στρατηγική σημασία της Βιομηχανίας Τροφίμων και Ποτών για την ελληνική οικονομία.
Ο κλάδος καταγράφει ισχυρές επιδόσεις σε όρους προστιθέμενης αξίας, απασχόλησης, επενδύσεων και εξαγωγών, ενώ παράλληλα επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα σε μια περίοδο διαδοχικών εξωτερικών πιέσεων. Η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και η περαιτέρω ενίσχυση της εξωστρέφειας θα αποτελέσουν βασικούς παράγοντες για τη μελλοντική του πορεία».