Ο ελληνικός ξενοδοχειακός κλάδος παραμένει βασικός πυλώνας του τουρισμού και της οικονομίας, καταγράφοντας εντυπωσιακή ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με κλαδική μελέτη της ICAP CRIF, το συνολικό μέγεθος αγοράς των ξενοδοχείων πέντε, τεσσάρων και τριών αστέρων αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 21% την περίοδο 2021-2025, αντανακλώντας τη συνεχή άνοδο της τουριστικής κίνησης προς τη χώρα.
Ο ρόλος του κλάδου ως βασικού κρίκου του τουριστικού κυκλώματος θεωρείται καθοριστικός για την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας. Εκτιμήσεις του ΣΕΤΕ αναφέρουν ότι η άμεση συνεισφορά του τουρισμού στο ΑΕΠ θα φτάσει το 13% το 2025 (32,4 δισ. ευρώ), ενώ με τα πολλαπλασιαστικά οφέλη η συνολική συμβολή του αγγίζει το 30%.
Η Σταματίνα Παντελαίου, διευθύντρια Οικονομικών - Κλαδικών Μελετών & Εκδόσεων της ICAP CRIF, επισημαίνει ότι το 2025 οι αφίξεις ξένων τουριστών σημείωσαν νέο ρεκόρ, αγγίζοντας τα 38 εκατ., αυξημένες κατά 5,6% σε σχέση με το 2024.
Παράλληλα, τα τουριστικά έσοδα ανήλθαν σε 23,6 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 9,4%.
Η θετική πορεία αποδίδεται στη σταθερή εικόνα της Ελλάδας ως ασφαλούς προορισμού, στη βελτίωση των υποδομών και στην αναβάθμιση του ξενοδοχειακού δυναμικού, καθώς και στη συστηματική προβολή του ελληνικού τουριστικού προϊόντος στο εξωτερικό.
Για το πρώτο τετράμηνο του 2026, η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση εμφανίζεται αυξημένη κατά 27%, ενώ οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ενισχύονται κατά 37%, με την αύξηση της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι να φτάνει το 8,1%.
Ανάκαμψη διανυκτερεύσεων και πληρότητας
Η μελέτη της ICAP CRIF δείχνει ότι μετά την κάμψη του 2020, οι διανυκτερεύσεις στα ξενοδοχεία της χώρας ανέκαμψαν από το 2021, φτάνοντας τα 117 εκατ. το 2024 (αύξηση 3,9%).
Οι αλλοδαποί τουρίστες εξακολουθούν να αποτελούν περίπου το 85% των συνολικών διανυκτερεύσεων, ενώ η μέση ετήσια πληρότητα διαμορφώθηκε σε 51% το 2024, έναντι 55% το 2023.
Ξενοδοχειακό δυναμικό και μερίδια αγοράς
Σύμφωνα με το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο, το 2025 λειτούργησαν 10.118 ξενοδοχειακές μονάδες σε όλη τη χώρα, έναντι 9.732 το 2010, σημειώνοντας σωρευτική αύξηση 4%. Τα περισσότερα είναι ξενοδοχεία δύο αστέρων, με 3.215 μονάδες (32% του συνόλου) και συνολική δυναμικότητα που ξεπερνά τις 900.000 κλίνες.
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Senior Manager της Διεύθυνσης Οικονομικών - Κλαδικών Μελετών & Εκδόσεων της ICAP CRIF, ο οποίος επιμελήθηκε τη μελέτη, τονίζει ότι η αγορά των ξενοδοχείων 3, 4 και 5 αστέρων παρουσιάζει ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική από το 2021. Τα συνολικά έσοδα αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 21% την περίοδο 2021-2025, ενώ το 2022 ο κλάδος πέτυχε πλήρη ανάκαμψη, ξεπερνώντας τα προ πανδημίας επίπεδα του 2019.
Το 2025, τα ξενοδοχεία τεσσάρων αστέρων κατείχαν το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς (45%), ακολουθούμενα από τα πέντε αστέρων (38%) και τα τριών αστέρων (17%).
Κορυφαίοι όμιλοι και ξένα brands
Οι 22 μεγαλύτεροι ελληνικοί ξενοδοχειακοί όμιλοι ελέγχουν συνολικά 175 μονάδες και πάνω από 60.000 κλίνες. Από την πλευρά των ξένων brands, περισσότερα από 230 ξενοδοχεία ανήκουν ή βρίσκονται υπό τη διαχείρισή τους. Ηγετική θέση διατηρούν οι αλυσίδες GRECOTEL, SANI / IKOS και ΜΗΤΣΗ, οι οποίες από κοινού ελέγχουν περίπου το 13% της αγοράς.
Οι 16 μεγαλύτεροι όμιλοι συγκεντρώνουν συνολικά το 17% της αξίας της αγοράς ξενοδοχείων τριών, τεσσάρων και πέντε αστέρων.
Νέες επενδύσεις και τουριστικά projects
Η Ελλάδα συνεχίζει να αποτελεί πόλο έλξης για μεγάλες τουριστικές επενδύσεις, προσελκύοντας διεθνή brands και επενδυτικά κεφάλαια.
Οι συναλλαγές περιλαμβάνουν αναβαθμίσεις υφιστάμενων μονάδων, αξιοποίηση εγκαταλελειμμένων κτιρίων και μετατροπή ακινήτων NPLs σε ξενοδοχεία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει η Αττική, όπου επεκτείνονται boutique hotels και all suite μονάδες, ενώ αυξάνεται η δημοτικότητα του μοντέλου aparthotel.
Χρηματοοικονομική εικόνα του κλάδου
Η χρηματοοικονομική ανάλυση της ICAP CRIF για δείγμα 81 ξενοδοχειακών επιχειρήσεων (5*, 4* και 3*) τη διετία 2023-2024 δείχνει οριακή αύξηση πωλήσεων κατά 2% το 2024 σε σχέση με το 2023. Τα μικτά κέρδη παρέμειναν στα ίδια επίπεδα, λόγω συγκράτησης του κόστους πωλήσεων, ενώ τα κέρδη EBITDA μειώθηκαν κατά 6,5%, διαμορφούμενα σε 877 εκατ. ευρώ.