Η κρίση στη Μέση Ανατολή επιβάρυνε σημαντικά το επιχειρηματικό κλίμα των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων, χωρίς όμως να επηρεάσει ουσιαστικά τα θεμελιώδη μεγέθη τους.
Αυτό προκύπτει από την τακτική έρευνα πεδίου της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ), η οποία πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2026, στο αποκορύφωμα της γεωπολιτικής έντασης.
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές, αλλά παραμένουν ανθεκτικές, επιβεβαιώνοντας ότι οι άμυνες που ανέπτυξαν μέσα από τις διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών εξακολουθούν να λειτουργούν.
Ο Δείκτης Εμπιστοσύνης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων υποχώρησε στις 4 μονάδες, από 17 μονάδες το προηγούμενο εξάμηνο, πλησιάζοντας τα επίπεδα της ενεργειακής κρίσης του 2022.
Παράλληλα, περίπου οι μισές επιχειρήσεις δήλωσαν ότι εξακολουθούν να έχουν αναπτυξιακό προσανατολισμό, έναντι σχεδόν 60% το προηγούμενο εξάμηνο.
Παρόλα αυτά, η επιδείνωση του κλίματος δεν μεταφράστηκε σε κρίση βιωσιμότητας. Η μείωση των επιχειρήσεων που στοχεύουν στην ανάπτυξη συνοδεύτηκε κυρίως από ενίσχυση των στρατηγικών σταθερότητας και όχι των στρατηγικών επιβίωσης, γεγονός που δείχνει αυξημένη επιφυλακτικότητα και όχι ουσιαστική αποδυνάμωση του τομέα.
Το ενεργειακό κόστος στο επίκεντρο των πιέσεων για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Βασική πηγή πίεσης αποτέλεσαν το αυξημένο ενεργειακό κόστος και οι ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες. Το 61% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων δήλωσε ότι επηρεάστηκε σημαντικά στο συγκεκριμένο πεδίο, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από εκείνο που καταγράφηκε για τη ζήτηση, την εφοδιαστική αλυσίδα και τις επενδύσεις.
Το εύρημα δείχνει ότι η γεωπολιτική κρίση λειτούργησε κυρίως ως σοκ κόστους και όχι ως γενικευμένη διαταραχή της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Απέναντι στις πιέσεις αυτές, η πλειονότητα των επιχειρήσεων επέλεξε να απορροφήσει το αυξημένο κόστος. Συγκεκριμένα, το 54% δεν προχώρησε σε ουσιαστικές αυξήσεις τιμών ή άλλες σημαντικές προσαρμογές στη λειτουργία του.
Η στάση αυτή υποδηλώνει ότι οι επιχειρήσεις θεώρησαν τη διαταραχή διαχειρίσιμη, αλλά και ότι τα περιθώρια μετακύλισης του κόστους στους πελάτες παραμένουν περιορισμένα.
Ισχυρές αντοχές σε ρευστότητα και χρηματοοικονομικά μεγέθη
Παρά τις πιέσεις στο κόστος και στα περιθώρια κέρδους, τα βασικά χρηματοοικονομικά μεγέθη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων παρέμειναν ανθεκτικά.
Το ποσοστό των επιχειρήσεων που ακολουθούν στρατηγική επιβίωσης διατηρήθηκε σχεδόν αμετάβλητο στο 13%, από 12% το προηγούμενο εξάμηνο. Αντίστοιχα, οι επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν έντονα προβλήματα ρευστότητας παρέμειναν κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, περίπου στο 9% του συνόλου.
Η ανθεκτικότητα αυτή αποδίδεται και στην εμπειρία που έχουν αποκτήσει οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις από τις διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών.
Σύμφωνα με τις διαχρονικές έρευνες της ΕΤΕ, το ποσοστό των επιχειρήσεων που δηλώνει ότι επηρεάζεται σημαντικά από εξωτερικές διαταραχές έχει μειωθεί σταδιακά: από περίπου 80% κατά την ενεργειακή κρίση του 2021-2022, σε 50% κατά τη διαταραχή στις εφοδιαστικές αλυσίδες το 2024 και σε 45% στο πρόσφατο γεωπολιτικό σοκ στη Μέση Ανατολή.
Θετικές προσδοκίες πωλήσεων παρά την επιβράδυνση της ανάπτυξης
Θετικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι ακόμη και στο αποκορύφωμα της κρίσης οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις προέβλεπαν αύξηση πωλήσεων κατά περίπου 3% το 2026, έναντι 5% το 2025. Η εκτίμηση αυτή δείχνει επιβράδυνση της ανάπτυξης, χωρίς όμως να ανατρέπεται η θετική πορεία του τομέα.
Συνολικά, η εικόνα που καταγράφει η έρευνα της ΕΤΕ παραπέμπει σε έναν κλάδο που δέχθηκε ισχυρό πλήγμα στην εμπιστοσύνη, αλλά διατήρησε τις βασικές αντοχές του.
Η πρόκληση για την επόμενη περίοδο είναι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να περάσουν από την παθητική απορρόφηση του αυξημένου κόστους σε πιο ενεργητική διαχείριση κινδύνου, επενδύοντας στη λειτουργική αποδοτικότητα, στην καλύτερη οργάνωση της εφοδιαστικής και εμπορικής τους λειτουργίας, στην ανάπτυξη συνεργασιών που μειώνουν τα μειονεκτήματα της μικρής κλίμακας και στη διατήρηση της χρηματοδοτικής ευελιξίας.