Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να επιδεικνύει αντοχές παρά τις πληθωριστικές πιέσεις, ωστόσο η αντιμετώπιση του πληθωρισμού απαιτεί ουσιαστικές παρεμβάσεις για την ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, τη μείωση της φορολογίας και του μη μισθολογικού κόστους για τις επιχειρήσεις.
Τα παραπάνω τόνισε ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, Βασίλης Κορκίδης, σχολιάζοντας τις συνεχιζόμενες πληθωριστικές πιέσεις στην ελληνική οικονομία.
Ο κ. Κορκίδης σημείωσε ότι η επόμενη περίοδος θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των επιχειρήσεων να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον όπου οι τιμές, αν και αυξάνονται με βραδύτερο ρυθμό, δύσκολα θα επιστρέψουν στα επίπεδα προ κρίσης.
Όπως δήλωσε, «η παραγωγικότητα, η ανταγωνιστικότητα και η πρόσβαση των επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση» αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την αντίδραση της αγοράς στις νέες προκλήσεις.
Επιμονή του πληθωρισμού και επιπτώσεις στην αγορά
Σύμφωνα με ανακοίνωση του ΕΒΕΠ, η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη πληθωριστική πίεση των τελευταίων τριών ετών.
Όπως αναφέρει, ο πληθωρισμός διατηρήθηκε στο 5,2% τον Μάιο, με άλμα 11,6% στη στέγαση, 11,5% στις μεταφορές και αυξήσεις 24% στα καύσιμα, 8,5% στις υπηρεσίες και 3,5% στη διατροφή.
Σημαντικές αυξήσεις έως 17% καταγράφονται στο κρέας, ενώ τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα ανήλθε στο 5%, έναντι 3,2% στην ευρωζώνη.
Το επιμελητήριο υπογραμμίζει ότι ο πληθωρισμός επηρεάζει σοβαρά τη λειτουργία της αγοράς, τη συμπεριφορά των καταναλωτών και τη βιωσιμότητα χιλιάδων επιχειρήσεων.
Η διατήρησή του σε υπερδιπλάσια επίπεδα από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ αποτελεί συνεχή πρόκληση, καθώς αυξάνει το κόστος παραγωγής, μεταφοράς, ενέργειας και χρηματοδότησης, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Καταναλωτική συμπεριφορά και επιπτώσεις στις επιχειρήσεις
Η πρώτη και πιο άμεση επίδραση του πληθωρισμού αφορά τη μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών. Παρά τις αυξήσεις μισθών και τα μέτρα στήριξης, οι ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά απορροφούν σημαντικό μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Οι καταναλωτές γίνονται πιο προσεκτικοί, συγκρίνουν τιμές και στρέφονται σε πιο οικονομικές επιλογές, κυρίως στα τρόφιμα, την ένδυση και την εστίαση.
Για τις επιχειρήσεις, ο πληθωρισμός προκαλεί προβλήματα ρευστότητας λόγω του αυξημένου λειτουργικού κόστους. Το ενεργειακό κόστος, οι πρώτες ύλες και τα μεταφορικά έχουν αυξηθεί, ενώ η διεθνής άνοδος των επιτοκίων, με την ΕΚΤ να προαναγγέλλει νέα αύξηση, επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος δανεισμού.
Αγορά δύο ταχυτήτων και αυξανόμενοι κίνδυνοι
Η αλλαγή στη συμπεριφορά των καταναλωτών οδηγεί σε μια αγορά «δύο ταχυτήτων». Οι μεγάλες αλυσίδες λιανικής ενισχύονται χάρη στην ισχυρή διαπραγματευτική τους θέση, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να διατηρήσουν πωλήσεις και περιθώρια κέρδους. Πολλές δεν μπορούν να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές, κινδυνεύοντας με συρρίκνωση κερδών και δημιουργία νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών προς Δημόσιο και τράπεζες.
Η αβεβαιότητα γύρω από το κόστος παραγωγής δυσχεραίνει τον προγραμματισμό αποθεμάτων και επενδύσεων. Πολλές επιχειρήσεις περιορίζουν τα αποθέματά τους, μειώνοντας τις ανάγκες κεφαλαίου κίνησης αλλά αυξάνοντας την ευαισθησία τους σε διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Ο εγχώριος χαρακτήρας του πληθωρισμού
Η άνοδος των τιμών έχει μεταβάλει τη σύνθεση της καταναλωτικής δαπάνης, με τα νοικοκυριά να κατευθύνουν περισσότερους πόρους σε ανελαστικές ανάγκες όπως τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση.
Παράλληλα, ο λεγόμενος «πληθωρισμός υπηρεσιών» αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι αυξήσεις σε τουρισμό, εστίαση, μεταφορές και στέγαση παραμένουν υψηλές, παρά τη σταθεροποίηση των διεθνών τιμών ενέργειας και πρώτων υλών.
Το ΕΒΕΠ επισημαίνει ότι ο πληθωρισμός πλέον αποκτά περισσότερο εγχώρια χαρακτηριστικά, συνδεόμενος με το κόστος εργασίας, τη ζήτηση και τις δομικές αδυναμίες της οικονομίας.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που απαιτεί προσεκτική διαχείριση, καθώς τείνει να έχει μεγαλύτερη διάρκεια και να είναι δυσκολότερη στην αντιμετώπισή της.