Σοβαρές ανησυχίες εκφράζει ο Ιατρικός Σύλλογος Πειραιώς (ΙΣΠ) σχετικά με την επικείμενη εφαρμογή, από 1η Σεπτεμβρίου 2026, της υποχρεωτικής καταχώρισης των αποτελεσμάτων διαγνωστικών εργαστηριακών εξετάσεων στο Ψηφιακό Αποθετήριο. Η διαδικασία αυτή θα αποτελεί προϋπόθεση για την αποζημίωση των σχετικών πράξεων από τον ΕΟΠΥΥ.
Σε επιστολή του προς τον πρόεδρο του ΕΟΠΥΥ, Αθανάσιο Ζαμάνη, ο ΙΣΠ δηλώνει ότι στηρίζει τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό του συστήματος Υγείας, τη διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων και κάθε μεταρρύθμιση που συμβάλλει στη διαφάνεια και την καλύτερη εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων. Ωστόσο, επισημαίνει πως «η επιτυχής εφαρμογή, ωστόσο, ενός τόσο σύνθετου πληροφοριακού εγχειρήματος, προϋποθέτει την πλήρη τεχνική και επιχειρησιακή ετοιμότητα όλων των εμπλεκόμενων φορέων, σαφείς και οριστικοποιημένες τεχνικές προδιαγραφές, επαρκή χρόνο προσαρμογής και δοκιμαστικής λειτουργίας, καθώς και ουσιαστικό διάλογο με τους ιατρούς και τους παρόχους που καλούνται να εφαρμόσουν τη νέα διαδικασία».
Ο ΙΣΠ αναφέρει ότι ο διαθέσιμος χρόνος για την τεχνική προετοιμασία είναι περιορισμένος και παραμένουν εκκρεμότητες ως προς τις τεχνικές προδιαγραφές. Παράλληλα, εκφράζει ανησυχία για τον κίνδυνο αδικαιολόγητων περικοπών στις αποζημιώσεις και υπογραμμίζει την ανάγκη ουσιαστικού διαλόγου και κοινής τεχνικής προετοιμασίας.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ΙΣΠ ζητά να προβλεφθεί τρίμηνη μεταβατική περίοδος έως τις 31 Δεκεμβρίου, ώστε να ολοκληρωθούν όλες οι απαραίτητες τεχνικές και λειτουργικές προσαρμογές. Επιπλέον, προτείνει η σύνδεση της αποζημίωσης των διαγνωστικών εξετάσεων με την υποχρεωτική καταχώριση στο Ψηφιακό Αποθετήριο να ξεκινήσει από 1η Ιανουαρίου 2027, μετά από επαρκή δοκιμαστική και πιλοτική λειτουργία.
Όπως επισημαίνει ο ΙΣΠ, «η ψηφιακή μετάβαση του συστήματος Υγείας αποτελεί σημαντικό και αναγκαίο βήμα. Η επιτυχία, όμως, κάθε ψηφιακής μεταρρύθμισης εξαρτάται από την ορθή προετοιμασία, τη συνεργασία όλων των εμπλεκομένων και την εξασφάλιση των αναγκαίων τεχνικών και λειτουργικών προϋποθέσεων».
Τέλος, ο ΙΣΠ υπογραμμίζει ότι η τεχνική μετάβαση δεν πρέπει να επιφέρει δυσανάλογες επιβαρύνσεις στους ιατρούς και τους παρόχους, ούτε να οδηγήσει σε απώλεια της προβλεπόμενης αποζημίωσης για υπηρεσίες που έχουν ήδη παρασχεθεί.