Η νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ αποτυπώνει την εικόνα της ελκυστικότητας του brand «Ελλάδα» στις μακρινές αγορές των ΗΠΑ, Καναδά, Κίνας, Ινδίας και Αυστραλίας.
Όπως επισημαίνεται σε σχετική ανακοίνωση, οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Αυστραλία αποτελούν σταθερή βάση εισερχόμενου τουρισμού, ενώ η Ινδία και η Κίνα αναδεικνύονται ως οι πλέον δυναμικά αναπτυσσόμενες αγορές για το επόμενο 12μηνο.
Στις δύο αυτές χώρες, το brand «Ελλάδα» έχει ενισχύσει σημαντικά την αναγνωρισιμότητά του μέσα στο 2025, ανεβαίνοντας αισθητά στη συνολική κατάταξη των προτιμώμενων προορισμών για μελλοντικά ταξίδια.
Σε σχέση με το 2024, η Ελλάδα διατήρησε τη θέση της στην αγορά των ΗΠΑ, υποχώρησε κατά μία θέση σε Καναδά και Αυστραλία, ενώ σημείωσε άνοδο εννέα θέσεων στην Ινδία και τριών στην Κίνα.
Η θετική αυτή εξέλιξη συνδέεται με την ενίσχυση των απευθείας αεροπορικών συνδέσεων. Συνολικά, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 11η θέση στην Αυστραλία, ενώ ακολουθούν Καναδάς και ΗΠΑ, με τη χώρα να βρίσκεται στο top-15 για τους ταξιδιώτες από τις συγκεκριμένες αγορές.
Η μελέτη του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, με τίτλο «Το Brand Ελλάδα: Πόσο ελκυστική είναι η Ελλάδα ως τουριστικός προορισμός; Σύγκριση με ανταγωνιστικούς μεσογειακούς προορισμούς – Β’ μέρος: Long haul Αγορές», εξετάζει πέντε βασικές μακρινές αγορές.
Οι αγορές αυτές αντιπροσώπευαν το 2024 περίπου το 11% των συνολικών εσόδων του ελληνικού τουρισμού, ενώ είχε προηγηθεί το πρώτο μέρος της μελέτης που επικεντρώθηκε στις ευρωπαϊκές χώρες.
Η ελκυστικότητα του brand «Ελλάδα»
Το 2025 αναμένεται να αποτελέσει έτος-ορόσημο, καθώς από τις αρχές του μέχρι τον Νοέμβριο, οι αφίξεις και οι εισπράξεις έχουν ήδη ξεπεράσει τα αντίστοιχα μεγέθη του 2024.
Η αύξηση αυτή αποδίδεται στη μεγαλύτερη διάθεση των ταξιδιωτών από σημαντικές αγορές να πραγματοποιήσουν διακοπές στο εξωτερικό, με την Ελλάδα να παραμένει υψηλά στις επιλογές τους.
Η μελέτη επικεντρώνεται στις προτιμήσεις των επισκεπτών για τους επόμενους 12 μήνες, καλύπτοντας και την κρίσιμη τουριστική περίοδο του καλοκαιριού. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η Ελλάδα κατατάσσεται 11η στην Αυστραλία, 12η στον Καναδά, 13η στις ΗΠΑ, 27η στην Ινδία και 29η στην Κίνα.
Παρά τη χαμηλότερη θέση σε Ασία, η πρόοδος είναι αξιοσημείωτη, με άνοδο 9 θέσεων στην Ινδία και 3 στην Κίνα έναντι του 2024.
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι διαφορές προτίμησης ανάμεσα στην Ελλάδα και τις χώρες που προηγούνται είναι μικρές – μόλις 1 έως 1,5 ποσοστιαία μονάδα. Αυτό δείχνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στην κορυφή των επιλογών, ιδιαίτερα σε ώριμες τουριστικές αγορές όπως οι ΗΠΑ και ο Καναδάς.
Η μελέτη καταλήγει ότι οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Αυστραλία παραμένουν σταθερές πηγές επισκεπτών, ενώ η Ινδία και η Κίνα αποτελούν αγορές με σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης, όπου το ελληνικό brand αποκτά αυξανόμενη αναγνωρισιμότητα.
Σύγκριση με άλλους μεσογειακούς προορισμούς
Σε σύγκριση με έξι ανταγωνιστικούς μεσογειακούς προορισμούς –Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία, Πορτογαλία, Κροατία και Τουρκία– το brand «Ελλάδα» εμφανίζεται ενισχυμένο.
Η χώρα διαθέτει ισχυρό πλεονέκτημα για την προσέλκυση ταξιδιωτών long haul, οι οποίοι συχνά συνδυάζουν περισσότερους από έναν προορισμούς στη Μεσόγειο.
Συγκεκριμένα, η Ελλάδα κατατάσσεται 3η στις προτιμήσεις της αγοράς της Αυστραλίας και 4η στις αγορές των ΗΠΑ, του Καναδά, της Κίνας και της Ινδίας.
Αναλυτικά, για το 2025, βρίσκεται στη 13η θέση στις ΗΠΑ, 12η στον Καναδά, 29η στην Κίνα, 27η στην Ινδία και 11η στην Αυστραλία, ακολουθώντας κυρίως την Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία.
Το σχόλιο του ΙΝΣΕΤΕ
Ο Ηλίας Κικίλιας, Γενικός Διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, δήλωσε: «Όπως πρόσφατα ανέδειξε το ΙΝΣΕΤΕ, η ενίσχυση της μέσης κατά κεφαλή δαπάνης συνδέεται άμεσα με το στρατηγικό άνοιγμα της χώρας στις long haul αγορές.
Τα νεότερα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι το brand "Ελλάδα" διατηρεί ισχυρή παρουσία στις αγορές των ΗΠΑ, του Καναδά και της Αυστραλίας, ενώ καταγράφει ταχεία άνοδο σε αγορές όπως η Ινδία και η Κίνα».
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι, υπό συνθήκες αυξανόμενου διεθνούς ανταγωνισμού, το τουριστικό οικοσύστημα χρειάζεται σχέδιο, αποτελεσματική διακυβέρνηση προορισμών και επαρκείς υποδομές.
Μια συνεκτική στρατηγική συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με έμφαση στη βιωσιμότητα και τη διατήρηση της ταυτότητας των προορισμών, μπορεί να αξιοποιήσει τη δυναμική των long haul αγορών, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα και τα οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες.