Σχεδόν 50% έχει ανέβει η χονδρική ρεύματος τις τελευταίες δύο ημέρες λόγω αυξημένης ζήτησης για θέρμανση αλλά και μεγάλης συμμετοχής του φυσικού αερίου στο μίγμα της ηλεκτροπαραγωγής.
Δεδομένου ότι βρισκόμαστε 10 ημέρες πριν από την εκπνοή του τρέχοντος μήνα και η μέση τιμή έχει ήδη αγγίξει τα 104 ευρώ/MWh, έντονος είναι ο προβληματισμός για το αν οι αυξήσεις αυτές θα περάσουν στη λιανική.
Πέρα από τα νοικοκυριά- που ομολογουμένως πιέζονται περισσότερο απ’ όλους- το ενεργειακό κόστος βαραίνει και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου στην κυβέρνηση, καθώς για τη δική τους περίπτωση δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη.
Σε δύσκολη θέση βρίσκεται και η βιομηχανία, η οποία αναμένει εδώ και μήνες ανακοινώσεις για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, το οποίο απειλεί την ανταγωνιστικότητά της.
«Καίει» η χονδρική ρεύματος
Μπορεί ο Δεκέμβριος να έκλεισε με μέση τιμή χονδρικής στα 110,04 ευρώ/MWh, παρά τα σκαμπανεβάσματα καθ’ όλη τη διάρκεια του μήνα, ωστόσο ο πρώτος μήνας του 2026 διαγράφει ως επί το πλείστον μία επιθετική πορεία.
Έτσι, χθες, η μέση τιμή ρεύματος στην Αγορά Επόμενης Ημέρας (DAM), όπως αυτή διαμορφώνεται στο ελληνικό χρηματιστήριο ενέργειας, ήταν στα 146,16 ευρώ/MWh, σημειώνοντας αύξηση 30,28% σε σχέση με την Τρίτη, με το φυσικό αέριο να συμμετέχει στην ηλεκτροπαραγωγή κατά 41,81% έναντι 31,61% των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.
Σήμερα η χονδρική διαμορφώνεται στα 166,64 ευρώ/MWh, σημειώνοντας γενναία αύξηση άνω του 14% σε σχέση με χθες.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι αναμένονται έντονες διακυμάνσεις μέσα στην ημέρα, με την χαμηλότερη τιμή να είναι στα 120,92 ευρώ/MWh και την υψηλότερη στα 303,18 ευρώ/MWh λίγο μετά τις 6 το απόγευμα.
Δυσλειτουργίες στην ελληνική αγορά εντείνουν τις ανισότητες
Η ελληνική αγορά είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε διεθνείς μεταβολές και γεωπολιτικές αναταράξεις εξαιτίας μίας σειράς παραγόντων, από την κυριαρχία λίγων καθετοποιημένων ομίλων στην παραγωγή και την προμήθεια μέχρι την περιορισμένη ρευστότητα της προθεσμιακής αγοράς και την έντονη εξάρτηση από το φυσικό αέριο.
Ωστόσο, αυτό που δημιουργεί προβληματισμό και χρήζει διερεύνησης, είναι σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο του Ινστιτούτου ΕΝΑ ότι οι συνέπειες αυτών των δυσλειτουργιών δεν επιβαρύνουν όλους το ίδιο.
Έτσι, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν- έως έναν βαθμό βέβαια- τη δυνατότητα να αντισταθμίζουν τον κίνδυνο, τα νοικοκυριά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πλήττονται δυσανάλογα από τη διακύμανση των τιμών, γεγονός που εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες και την ενεργειακή φτώχεια.
Θυμίζουμε ότι σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της ΡΑΑΕΥ για το 2024, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές καταναλωτών προς τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας άγγιξαν συνολικά τα 1,74 δισ. ευρώ για υφιστάμενους πελάτες και επιπλέον 1,65 δισ. ευρώ για πελάτες που έχουν αλλάξει πάροχο, δηλαδή, άθροισμα σχεδόν 3,4 δισ. ευρώ.
Η πρόοδος που έχει επιτευχθεί στις ΑΠΕ είναι σημαντική, αφού πλέον έχουν διεισδύσει πάνω από 50% στο ενεργειακό μίγμα, ωστόσο, η υψηλή συμμετοχή του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή, κυρίως λόγω της απουσίας μονάδων αποθήκευσης, αποτελεί μεγάλο «αγκάθι».
Και μπορεί οι πρώτες μπαταρίες να αναμένεται να μπουν στο σύστημα το προσεχές διάστημα, ωστόσο η ήδη μεγάλη καθυστέρηση, αυξάνει την πιθανότητα οι αυξήσεις της χονδρικής να περνούν στα τιμολόγια ρεύματος, καθιστώντας ευάλωτους τους τελικούς καταναλωτές.
«Καμπανάκι» ΜμΕ για το ρεύμα
Και μπορεί τόσο καιρό να βρίσκεται στο προσκήνιο η βιομηχανία, η οποία αναμένει για μήνες τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ενεργειακού της κόστους, με την κυβέρνηση να διαμηνύει ότι βρίσκεται κοντά σε ανακοινώσεις, ωστόσο, η την ίδια ώρα η βιοτεχνία φαίνεται να βρίσκεται στο περιθώριο.
Μάλιστα, ο πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας, Κωνσταντίνος Δαμίγος, με αφορμή την παρουσίαση των μεταρρυθμίσεων και των κυβερνητικών προτεραιοτήτων για το 2026, εξέφρασε τον έντονο προβληματισμό, καθώς, σύμφωνα με τον ίδιο, από τον συνολικό σχεδιασμό απουσιάζουν ουσιαστικά μέτρα στήριξης των ΜμΕ και ειδικά της βιοτεχνίας.
Σύμφωνα με τον κ. Δαμίγο, «για ακόμη μία φορά, οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις φαίνεται να μην αποτελούν προτεραιότητα, τη στιγμή που το κόστος παραγωγής και κυρίως το ενεργειακό κόστος, συνεχίζουν να λειτουργούν ως ασφυκτικός παράγοντας για τη βιωσιμότητά τους».
«Οι βιοτεχνικές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καλούνται να ανταπεξέλθουν σε ένα περιβάλλον διαρκών ανατιμήσεων σε ενέργεια και πρώτες ύλες, αυξημένων λειτουργικών εξόδων και περιορισμένης πρόσβασης σε χρηματοδότηση, χωρίς να διαθέτουν τα εργαλεία που έχουν οι μεγάλες επιχειρήσεις», σημειώνει ο κ. Δαμίγος.
Σε στάση αναμονής και η βιομηχανία
Παρότι η βιομηχανία βρίσκεται σε καλύτερη τύχη από τις ΜμΕ- από την άποψη ότι στη δική της περίπτωση εξετάζονται μέτρα στήριξης- οι πολύμηνες καθυστερήσεις της έχουν στοιχίσει πολύ.
Το λεγόμενο «ιταλικό μοντέλο» στήριξης που προβλήθηκε ως λύση για τη βιομηχανία, τελικά εξελίχθηκε σε χαμένο χρόνο, αφού φτάσαμε τόσους μήνες μετά για να μάθουμε ότι η Κομισιόν μάλλον δε θα το εγκρίνει στη δική μας περίπτωση, τουλάχιστον με τον τρόπο που εμείς ζητούμε να εφαρμοστεί.
Έτσι, την ώρα που χώρες όπως η Γερμανία και η Ιταλία έχουν «κλειδώσει» χαμηλές τιμές ρεύματος για τις επιχειρήσεις τους, η ελληνική βιομηχανία πληρώνει έως και 40% ακριβότερο ρεύμα.
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, την Τρίτη κατά την παρουσίαση των παρεμβάσεων για το 2026, που δεν περιελάμβανε παρέμβαση για το βιομηχανικό ρεύμα, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, είπε ότι «η δέσμευσή μας ισχύει στο ακέραιο. Είμαστε σε συζητήσεις με την Κομισιόν για να βρεθεί λύση που να αντιμετωπίζει το πρόβλημα του υψηλού ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας που να είναι δίκαιη, αλλά και συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο.
Πιστεύουμε ότι σύντομα θα ανακοινωθούν οι σχετικές πρωτοβουλίες, χωρίς να είμαι σε θέση να προσδιορίσω την ακριβή ημέρα».
Ωστόσο, παραμένει άγνωστο ποια τελικά οδό θα ακολουθήσει η ηγεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, αν δηλαδή θα καταλήξει με την Κομισιόν σε μια μέση λύση για το ιταλικό μοντέλο ή θα κατευθυνθεί προς όλα μονοπάτια, όπως άλλωστε συζητιέται τις τελευταίες ημέρες.