Έφυγε από τη ζωή η σπουδαία ηθοποιός Μάρω Κοντού σε ηλικία 92 ετών. Σύμφωνα με πληροφορίες, τις τελευταίες ημέρες η αγαπημένη ηθοποιός και πρώην βουλευτής της ΝΔ νοσηλευόταν στον «Άγιο Σάββα». Η υγεία της είχε επιδεινωθεί και στις 15 Ιουνίου είχε εισαχθεί στο «Αττικόν» νοσοκομείο με σοβαρό πνευμονολογικό πρόβλημα.
Το ψηλό κορίτσι με τα μεγάλα εκφραστικά μάτια εμφανίστηκε τη δεκαετία του ’50, φέρνοντας φρεσκάδα στον χώρο του ελληνικού θεάματος. Η Μάρω Κοντού διέπρεψε για περισσότερα από πενήντα χρόνια στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, συμμετέχοντας σε περίπου 90 θεατρικά έργα, πάνω από 60 ταινίες και αρκετές τηλεοπτικές σειρές.
Η επιτυχία της στο παλιό εμπορικό σινεμά υπήρξε τεράστια. Για το ελληνικό κοινό θα παραμείνει η εύθραυστη «Ελενίτσα» στη θρυλική κομεντί «Η Δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα», η μπριόζα «Ιταλίδα από την Κυψέλη», η γοητευτική Λιλή στη «Σοφερίνα» και η αιθέρια Ισμήνη στην «Αντιγόνη» δίπλα στην Ειρήνη Παπά.
Πολύπλευρο ταλέντο με μεγάλη ερμηνευτική γκάμα, η Κοντού κινήθηκε με άνεση από την κωμωδία ως το δράμα. Συνεργάστηκε με κορυφαίους σκηνοθέτες και ηθοποιούς, ενώ καθοριστική για την πορεία της υπήρξε η συνεργασία με τον Γιώργο Τζαβέλλα, που της εμπιστεύθηκε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην κλασική κομεντί «Η Δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα» δίπλα στον Γιώργο Κωνσταντίνου.
Από το Κουκάκι στις μεγάλες σκηνές
Η Μαριάνθη Κοντού γεννήθηκε στο Κουκάκι στις 21 Ιουνίου 1934, με καταγωγή από τα Ψαρά. Ο πατέρας της, Πειραιώτης έμπορος με καλλιτεχνικές ευαισθησίες, έφυγε από τη ζωή όταν εκείνη ήταν δύο ετών. Μεγάλωσε με τη μητέρα και τη γιαγιά της, έχοντας για γείτονες γνωστές καλλιτεχνικές οικογένειες, όπως του Μάριου Πλωρίτη και της Κατερίνας Γιουλάκη.
Από μικρή αγαπούσε τον χορό και φοίτησε στη σχολή της Κούλας Πράτσικα. Αν και κέρδισε υποτροφία για σπουδές στη Γερμανία, δεν κατάφερε να την αξιοποιήσει λόγω οικονομικών δυσκολιών. Η τύχη όμως την έφερε στο Εθνικό Θέατρο, ως μέλος του χορού σε αρχαίες τραγωδίες, όπου την ανακάλυψε ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ανοίγοντάς της τον δρόμο για το εμπορικό θέατρο.
Η άνοδος στον κινηματογράφο
Το κινηματογραφικό της ντεμπούτο έγινε με μικρό ρόλο στην ταινία «Χαρούμενο Ξύπνημα» του Ντίνου Δημόπουλου. Ακολούθησαν ρόλοι στα αστυνομικά νουάρ «Έγκλημα στο Κολωνάκι» και «Έγκλημα στα Παρασκήνια», όπου ανέδειξε τις ερμηνευτικές της δυνατότητες. Το 1960 ήρθαν οι πρώτες μεγάλες επιτυχίες με τις ταινίες «Τρεις Κούκλες κι Εγώ» και «Κίτρινα Γάντια».
Το 1961 συμμετείχε στην κινηματογραφική «Αντιγόνη» του Γιώργου Τζαβέλλα και το ίδιο έτος πρωταγωνίστησε στο «Αλίμονο στους Νέους» δίπλα στον Δημήτρη Χορν. Ακολούθησαν οι επιτυχίες «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης» και «Η Σοφερίνα», ενώ το 1965 καθιερώθηκε οριστικά με την ταινία «Η Δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα». Η τελευταία της συνεργασία με τη Φίνος Φιλμ ήταν η «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη».
Θέατρο, τηλεόραση και πολιτική διαδρομή
Με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα αποτέλεσε ένα από τα πιο επιτυχημένα κινηματογραφικά ζευγάρια, με 13 κοινές ταινίες. Παράλληλα, παρέμεινε ενεργή στο θέατρο και αργότερα στην τηλεόραση, συμμετέχοντας σε παραγωγές μέχρι και τη σειρά «Η Γη της Ελιάς». Το 2012 επανεμφανίστηκε στον κινηματογράφο στην ταινία «Αν» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, υποδυόμενη ξανά την Ελενίτσα Κοκοβίκου.
Η ενεργητικότητά της εκφράστηκε και στην πολιτική. Εκλέχθηκε βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία το 1999 και το 2007, ενώ διετέλεσε δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων (1994-2002) επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου. Ανέλαβε την προεδρία του ραδιοφωνικού σταθμού Αθήνα 9.84 και για δύο χρόνια την προεδρία του κέντρου βρεφών «Μητέρα».
Μια ζωή γεμάτη δημιουργία
Η Μάρω Κοντού υπήρξε γυναίκα γεμάτη ζωή και πάθος για την τέχνη. Ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική, πραγματοποιώντας έκθεση στην γκαλερί Αντήνωρ το 1993, ενώ έργο της εκτίθεται στο Μουσείο Βορρέ. Μέχρι το τέλος, συνέχισε να γοητεύει με την παρουσία και το πνεύμα της, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική τέχνη και δημόσια ζωή.