Το καλοκαίρι είναι ίσως η καλύτερη εποχή για να γνωρίσει κανείς την άλλη Ελλάδα.
Όχι μόνο τις παραλίες και τα νησιά, αλλά και τους ανθρώπους που εξακολουθούν να δημιουργούν.
Ταξιδεύοντας στην ελληνική περιφέρεια, από την Ήπειρο μέχρι την Κρήτη και από τα ορεινά χωριά της Πελοποννήσου μέχρι τα νησιά του Αιγαίου, συναντά εργαστήρια κεραμικής, υφαντικής, ξυλογλυπτικής, αργυροχοΐας και παραδοσιακών τεχνών που συνεχίζουν να παράγουν με τον ίδιο σεβασμό στην ποιότητα, αλλά με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.
Είναι μια οικονομία που δεν χάθηκε ποτέ. Ίσως να έμεινε για χρόνια μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, όμως συνέχισε να υπάρχει, να εξελίσσεται και να στηρίζει μικρές τοπικές κοινωνίες.
Σήμερα, σε μια εποχή όπου οι λέξεις βιωσιμότητα, τοπική παραγωγή, αυθεντικότητα και δημιουργική οικονομία βρίσκονται στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης, η ελληνική χειροτεχνία φαίνεται να αποκτά ξανά τον ρόλο που της αξίζει.
Οι εικόνες αυτές έφεραν στη μνήμη μου ένα κείμενο που είχε γράψει ο πατέρας μου, Μίλτος Λιδωρίκης, πριν από περίπου εξήντα χρόνια. Ένα κείμενο για την ελληνική χειροτεχνία, το οποίο όμως στην πραγματικότητα ήταν μια σκέψη για την ανάπτυξη της χώρας.
Διαβάζοντάς το σήμερα, διαπιστώνει κανείς ότι πολλές από τις διαπιστώσεις του όχι μόνο δεν έχουν ξεπεραστεί, αλλά ακούγονται σχεδόν προφητικές.
Την εποχή εκείνη, η μεγάλη πρόκληση ήταν να οργανωθεί η ελληνική χειροτεχνία, να αποκτήσει καλύτερες δομές, να ενισχυθεί η παρουσία της στην περιφέρεια και να στηριχθούν οι τεχνίτες που κρατούσαν ζωντανές δεξιότητες αιώνων.
Ο ίδιος περιέγραφε μια Ελλάδα που προσπαθούσε να βρει τον αναπτυξιακό της βηματισμό, επιμένοντας ότι η χειροτεχνία δεν αποτελούσε απλώς πολιτιστική έκφραση, αλλά παραγωγική δύναμη.
Έξι δεκαετίες αργότερα, το λεξιλόγιο έχει αλλάξει.
Μιλάμε για εξαγωγές, ψηφιακές πωλήσεις, branding, εμπειρίες, τουρισμό υψηλής ποιότητας και δημιουργικές βιομηχανίες. Στην ουσία, όμως, το ζητούμενο παραμένει το ίδιο. Πώς μια χώρα αξιοποιεί τον δικό της πολιτισμό ως παραγωγικό πλεονέκτημα.
Αυτό ακριβώς συναντά κανείς σήμερα στην ελληνική περιφέρεια. Νέους ανθρώπους που επιστρέφουν στα χωριά τους και δημιουργούν μικρές επιχειρήσεις.
Παραδοσιακά εργαστήρια που συνεργάζονται με σύγχρονους σχεδιαστές. Προϊόντα που εξάγονται σε απαιτητικές αγορές χωρίς να χάνουν την ταυτότητά τους. Ο επισκέπτης δεν αγοράζει πλέον μόνο ένα αντικείμενο· αγοράζει την ιστορία του τόπου, τη γνώση του τεχνίτη και μια εμπειρία αυθεντικότητας.
Η ελληνική χειροτεχνία δεν είναι νοσταλγία. Είναι οικονομία. Δημιουργεί θέσεις εργασίας, κρατά ζωντανά χωριά που διαφορετικά θα ερήμωναν, ενισχύει τον τουρισμό, αξιοποιεί τις τοπικές πρώτες ύλες και δημιουργεί προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή των τελευταίων ετών. Εκεί όπου παλαιότερα η χειροτεχνία αντιμετωπιζόταν ως κάτι δευτερεύον ή συμπληρωματικό, σήμερα αναγνωρίζεται ως μέρος της δημιουργικής οικονομίας και της σύγχρονης επιχειρηματικότητας.
Η Ευρώπη επενδύει πλέον στην προστασία των παραδοσιακών τεχνών, ενώ ολοένα περισσότεροι ταξιδιώτες αναζητούν αυθεντικές εμπειρίες και όχι μαζικά, ομοιόμορφα προϊόντα.
Στο κείμενό του, ο Μίλτος Λιδωρίκης, τότε γενικός διευθυντής του Εθνικού Οργανισμού Ελληνικής Χειροτεχνίας, διατύπωνε και μια δεύτερη σκέψη, που παραμένει εξίσου επίκαιρη.
Έγραφε ότι κάθε προσπάθεια ανάπτυξης σε μια χώρα με πολλές δυσκολίες είναι αναγκαστικά επίπονη.
Συχνά γεννά απογοήτευση, γιατί το αποτέλεσμα μοιάζει μικρό μπροστά στην προσπάθεια που απαιτείται. Όμως μόνο όσοι αποδέχονται αυτή την πραγματικότητα μπορούν να συνεχίσουν να δημιουργούν.
Είναι μια διαπίστωση που περιγράφει εύστοχα και τη σημερινή μικρή ελληνική επιχείρηση. Μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους, διεθνούς ανταγωνισμού και συνεχών μεταβολών, χιλιάδες μικροί παραγωγοί επιμένουν να επενδύουν στην ποιότητα αντί στην ευκολία και στην αυθεντικότητα αντί στην αντιγραφή.
Ίσως γι’ αυτό η ελληνική περιφέρεια διαθέτει σήμερα ένα πλεονέκτημα που δύσκολα αντιγράφεται. Όσο τα προϊόντα διεθνοποιούνται και γίνονται ολοένα πιο ομοιόμορφα, τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτούν η τοπική ιστορία, η ανθρώπινη δεξιοτεχνία και η προσωπική σφραγίδα του δημιουργού.
Αυτή είναι η πραγματική υπεραξία της ελληνικής χειροτεχνίας.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη επικαιρότητα των σκέψεων που γράφτηκαν πριν από εξήντα χρόνια.
Ο Μίλτος Λιδωρίκης έκλεινε το κείμενό του με μια φράση που μοιάζει να απευθύνεται και στη σημερινή Ελλάδα: «Η προσπάθεια να δεθεί η παράδοση με την εξέλιξη, να συζευχθεί το παλιό με το σύγχρονο, είναι το μεγάλο, το καίριο πρόβλημα μιας χώρας.»
Και συνέχιζε με μια διατύπωση που θα μπορούσε να αποτελεί και σήμερα οδηγό για κάθε αναπτυξιακή πολιτική: «Η ανάπτυξη δεν μπορεί παρά να πηγάζει από την παράδοση που ζει.»
Εξήντα χρόνια μετά, οι φράσεις αυτές δεν διαβάζονται ως μια ρομαντική αναφορά στο παρελθόν, αλλά ως μια σύγχρονη αναπτυξιακή πρόταση.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στην παράδοση και τον εκσυγχρονισμό. Η πραγματική πρόκληση είναι να τα ενώσει, να μετατρέψει τη γνώση, την ιστορία και τη δημιουργικότητα των ανθρώπων της σε παραγωγική δύναμη, σε εξωστρέφεια και σε βιώσιμη ανάπτυξη.
Ταξιδεύοντας αυτό το καλοκαίρι στην ελληνική περιφέρεια, δύσκολα μπορεί κανείς να μη σκεφτεί ότι αυτή η άλλη Ελλάδα εξακολουθεί να υπάρχει.
Δημιουργεί, επιμένει και εξελίσσεται και ίσως εκεί, στα εργαστήρια που συνεχίζουν να δημιουργούν, στα χέρια των τεχνιτών και στις παραδόσεις που παραμένουν ζωντανές, να βρίσκεται ένα από τα πιο αυθεντικά και ελπιδοφόρα κεφάλαια της ελληνικής οικονομίας.