Πλώρη για 2 GW εγκατεστημένης ισχύος από ΑΠΕ έως το 2030 βάζει η HELLENiQ ENERGY, φιλοδοξώντας να δημιουργήσει έναν δεύτερο, ισχυρό πυλώνα, μετά από εκείνον της διύλισης. Ο νέος αυτός πυλώνας θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει το 20%-25% της κερδοφορίας του ομίλου, μετατρέποντας τις ΑΠΕ, τον ηλεκτρισμό και την αποθήκευση από συμπληρωματικές δραστηριότητες σε έναν από τους βασικούς πυλώνες της επιχειρηματικής του δραστηριότητας.
Στο πλαίσιο αυτό τέθηκε σε λειτουργία το πρώτο έργο αποθήκευσης ενέργειας του ομίλου στη Θεσσαλονίκη, το οποίο θεωρείται και ένα από τα μεγαλύτερα αντίστοιχα έργα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Το έργο, συνολικής ισχύος 100 MW και χωρητικότητας 200 MWh, αποτελείται από τρεις μονάδες, δύο των 25 MW και μία των 50 MW, με διάρκεια αποθήκευσης δύο ωρών.
Η επένδυση ανέρχεται σε περίπου 50 εκατ. ευρώ, ενώ μέρος της χρηματοδότησης προήλθε από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς το έργο προήλθε από την πρώτη διαγωνιστική διαδικασία.
Από το Vision 2025 στον νέο ενεργειακό πυλώνα
Σύμφωνα όσα ανέφερε χθες σε δημοσιογράφους ο Γιώργος Αλεξόπουλος, αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της HELLENiQ ENERGY, η επένδυση στο πάρκο αποθήκευσης στη Θεσσαλονίκη συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική που είχε χαραχθεί ήδη από το 2021, όταν ο όμιλος, τότε υπό την ονομασία Ελληνικά Πετρέλαια, σχεδίασε το Vision 2020-2025.
Η στρατηγική προέβλεπε τη διατήρηση και ενίσχυση της παραδοσιακής δραστηριότητας στη διύλιση και εμπορία, αλλά ταυτόχρονα την ανάπτυξη ενός δεύτερου πυλώνα, αυτόν των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και του ηλεκτρισμού.
Όπως υπογράμμισε, το 2021 η εταιρεία διέθετε μόλις 26 MW εγκατεστημένης ισχύος στις ΑΠΕ, ενώ οι συμμετοχές της στον ηλεκτρισμό και το φυσικό αέριο ήταν περιορισμένες, με 35% στη ΔΕΠΑ και 50% στην τότε Elpedison, χωρίς τον πλήρη έλεγχο των δραστηριοτήτων αυτών.
Ωστόσο, σήμερα, έχοντας αποκτήσει το 100% της Enerwave (πρώην Elpedison), αλλά και έχοντας αποεπενδύσει από τη ΔΕΠΑ, επιχειρεί να δημιουργήσει μια περισσότερο καθετοποιημένη δομή, που περιλαμβάνει παραγωγή από ΑΠΕ και συμβατικές μονάδες, προμήθεια και εμπορία φυσικού αερίου, διαχείριση ενεργειακού χαρτοφυλακίου και λιανικές πωλήσεις ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου.
Πάντως, σύμφωνα με πληροφορίες, ο όμιλος ετοιμάζει ήδη το Vision 2035 με τη διοίκηση να βάζει αυτόν τον καιρό τις τελικές πινελιές, με στόχο να είναι έτοιμο προς παρουσίαση πριν το τέλος του έτους.
Στόχος 2 GW το 2030, καλυμμένο το 70% του στόχου
Σήμερα, το χαρτοφυλάκιο έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και αποθήκευσης υπό ανάπτυξη της HELLENiQ ENERGY υπερβαίνει τα 6 GW ισχύος, από τα οποία πάνω από 1GW αφορούν σε έργα αποθήκευσης στην Ελλάδα, την Ρουμανία, την Κύπρο, και τη Βουλγαρία.
Στρατηγικός στόχος της HELLENiQ ENERGY είναι η λειτουργία έργων ΑΠΕ ισχύος 1,5 GW έως το 2028 και άνω των 2 GW έως το 2030, με ισορροπημένη παρουσία σε φωτοβολταϊκά, αιολικά και συστήματα αποθήκευσης στην Ελλάδα και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη
Όπως εξήγησε ο Διευθύνων Σύμβουλος της HELLENiQ Renewables, Σωτήρης Καπέλλος, ο όμιλος έχει ήδη εξασφαλίσει περίπου το 70% του στόχου, με 1,57 GW να είναι ήδη συμβολαιοποιημένα.
Όπως είπε, από αυτά, περίπου τα 727 MW βρίσκονται ήδη σε λειτουργία, ενώ μέχρι το τέλος του έτους η εγκατεστημένη ισχύς αναμένεται να προσεγγίσει τα 800 MW.
Στο χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται επίσης έργα συνολικής ισχύος 238 MW που βρίσκονται υπό κατασκευή, καθώς και περίπου 200 MW στην Ελλάδα και άλλα 410 MW σε Ρουμανία και Βουλγαρία που βρίσκονται σε στάδιο ετοιμότητας για κατασκευή.
Με την ολοκλήρωση αυτών των έργων, η HELLENiQ ENERGY εκτιμά ότι θα κινηθεί στην περιοχή των 1,5-1,6 GW, ενώ για τα υπόλοιπα περίπου 500 MW θα αξιοποιηθεί το ευρύτερο χαρτοφυλάκιο έργων που ήδη αναπτύσσει.
Αξίζει να σημειώσουμε πως η στρατηγική του ομίλου δεν βασίζεται σε μία μόνο τεχνολογία, καθώς το χαρτοφυλάκιο αποτελείται κατά περίπου 67% από φωτοβολταϊκά, 23% από αιολικά και 10% έργα αποθήκευσης, με την έμφαση από εδώ και στο εξής να δίνεται στα υβριδικά έργα, δηλαδή σε μονάδες ΑΠΕ που συνδυάζονται με μπαταρίες.
Όσον αφορά την αγορά της Βουλγαρίας, ο όμιλος βλέπει ευκαιρίες για ενίσχυση του αποτυπώματός του κυρίως μέσα από υβριδικά έργα, δηλαδή φωτοβολταϊκά με μπαταρίες αλλά και αιολικά.
Σε τρεις εβδομάδες σε εμπορική λειτουργία το έργο τη Θεσσαλονίκη
Το έργο αποθήκευσης στη Θεσσαλονίκη, επένδυση ύψους 50 εκατ. ευρώ, αναπτύχθηκε σε έκταση 100 στρεμμάτων στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις του ομίλου και αποτελείται από τρία επιμέρους έργα, συνολικής ισχύος 100 MW και συνολικής χωρητικότητας 200 MWh, καθώς και το σύνολο των απαιτούμενων υποδομών διασύνδεσης με το Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας.
Παράλληλα, έχει προβλεφθεί χώρος για μια επιπλέον μονάδα 25 MW (50 MWh), η οποία έχει υποβληθεί ως merchant μπαταρία στην αντίστοιχη διαγωνιστική διαδικασία, η κατασκευή της οποίας εκτιμάται πως δε θα πάρει πολύ χρόνο διότι χωροθετείται πολύ κοντά στον υποσταθμό.
Η νέα μονάδα εκτιμάται ότι θα απαιτήσει επένδυση της τάξης των 15-20 εκατ. ευρώ, εφόσον επιλεγεί και προχωρήσει η διαδικασία αδειοδότησης και σύνδεσης.
Αξίζει να σημειώσουμε πως η ηλέκτριση του πάρκου αποθήκευσης ξεκίνησε την 1η Οκτωβρίου, με τη δοκιμαστική λειτουργία να υπολογίζεται συνολικά σε περίπου δύο έως τρεις εβδομάδες.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου το έργο βρίσκεται ήδη σε λειτουργία, αλλά όχι ακόμη στη μέγιστη δυναμικότητά του, ενώ μετά την ολοκλήρωση των δοκιμών αναμένεται η πλήρης εμπορική λειτουργία του.
Το επόμενο στοίχημα στη Φλώρινα
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να ολοκληρωθεί η κατασκευή του δεύτερου έργου αποθήκευσης του ομίλου στην Φλώρινα, ισχύος 50 MW και χωρητικότητας 200 MWh, δηλαδή τετράωρη μπαταρία.
Ο προϋπολογισμός του έργου υπολογίζεται σε περίπου 30-35 εκατ. ευρώ και βρίσκεται κοντά στον υποσταθμό της Μελίτης. Το έργο έχει ήδη ολοκληρωθεί κατασκευαστικά και απομένει η διασύνδεσή του.
Το βασικό στοιχείο που θα καθορίσει το χρονοδιάγραμμα λειτουργίας, όπως εξήγησε ο κ. Καπέλλος, είναι η ολοκλήρωση του ΚΥΤ Μελίτης από τον ΑΔΜΗΕ.
Ο ίδιος, μάλιστα, εκτίμησε πως η μπαταρία θα μπορούσε να είναι έτοιμη έως το τέλος του έτους, υπό την προϋπόθεση ότι θα ολοκληρωθούν εγκαίρως οι απαραίτητες υποδομές του συστήματος.
Γιατί οι μπαταρίες γίνονται απαραίτητες, το «αγκάθι» της αδειοδότησης
Σύμφωνα με τον κ. Αλεξόπουλο, παρότι η υψηλή διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα έχει ως αποτέλεσμα χαμηλότερες τιμές ενέργειας, η δυσανάλογη ανάπτυξη των μπαταριών δεν επιτρέπει την πλήρη αξιοποίηση της φθηνής πράσινης ενέργειας.
Όπως είπε, με αυτόν τον τρόπο οι ΑΠΕ μπορεί από ευκαιρία να μετατραπούν σε πρόβλημα, καθώς ένα σύστημα με πολύ μεγάλη πράσινη παραγωγή χρειάζεται μηχανισμούς ευελιξίας για να μπορεί να αξιοποιεί την ενέργεια όταν αυτή πραγματικά χρειάζεται.
Ωστόσο, οι μεγάλες καθυστερήσεις στην αδειοδοτική και διασυνδετική διαδικασία είναι ο βασικός λόγος, σύμφωνα με τον κ. Καπέλλο, που η αποθήκευση καθυστερεί.
Ενδεικτικά, το έργο της Θεσσαλονίκης χρειάστηκε περίπου τρεις με τέσσερις φορές περισσότερο χρόνο για την αδειοδοτική και διασυνδετική διαδικασία από ό,τι για την ίδια την κατασκευή.
Δηλαδή, ενώ η άδεια αποθήκευσης εκδόθηκε τον Νοέμβριο του 2022, η οριστική προσφορά σύνδεσης από τον ΑΔΜΗΕ ήρθε τον Μάρτιο του 2024, οι άδειες εγκατάστασης εκδόθηκαν τον Ιανουάριο του 2025 και η σύμβαση σύνδεσης με το σύστημα υπεγράφη τον Μάιο του 2025.
Από εκεί και μετά η κατασκευή κινήθηκε πολύ γρηγορότερα, με το έργο να ολοκληρώνεται τον φετινό Ιούνιο και να ηλεκτρίζεται 1η Οκτώβρη.
Από την πλευρά του ο κ. Αλεξόπουλος χρησιμοποίησε το παράδειγμα της γειτονικής Βουλγαρίας, η οποία έχει πιο ευέλικτο αδειοδοτικό και ρυθμιστικό πλαίσιο για τις μπαταρίες, γεγονός που επιτρέπει την ταχύτερη ανάπτυξη έργων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, πρέπει να επιταχυνθούν οι διαδικασίες και στη χώρα μας χωρίς, ωστόσο, να γίνει έκπτωση στις τεχνικές απαιτήσεις, οι οποίες ομολογουμένως αποσκοπούν στη διασφάλιση της ευστάθειας και της ασφάλειας του συστήματος.
Ο κίνδυνος ενός νέου «overbooking»
Ένα ακόμη ζήτημα που έθεσε ο Γιώργος Αλεξόπουλος αφορά τον μεγάλο αριθμό αδειών για μπαταρίες που έχουν ήδη εκδοθεί ή βρίσκονται σε διάφορα στάδια ωρίμανσης.
Όπως χαρακτηριστικά είπε, υπάρχουν περίπου 100 GW αδειών παραγωγής και δεκάδες GW αδειών αποθήκευσης, δημιουργώντας ένα τεράστιο pipeline έργων στα χαρτιά.
Το μεγαλύτερο κώλυμα, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελούν οι όροι σύνδεσης και θα ήταν προτιμότερο το σύστημα να γίνει περισσότερο επιλεκτικό από την αρχή, ώστε να μην επαναληφθεί το φαινόμενο overbooking έργων που παρατηρήθηκε κατά την ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών.