Ανεπιστρεπτί φαίνεται να έχει παρέλθει η εποχή που η ανάπτυξη ενός ενεργειακού έργου αρκούσε από μόνη της για να ανοίξουν οι στρόφιγγες της τραπεζικής χρηματοδότησης. Οι τράπεζες ανεβάζουν πλέον τον πήχη, βάζοντας στο μικροσκόπιο όχι μόνο τις προοπτικές απόδοσης ενός έργου, αλλά κυρίως τη διασφάλιση των εσόδων και την ανθεκτικότητα των επενδύσεων απέναντι στις αναταράξεις της αγοράς.
Το κρίσιμο ερώτημα για τράπεζες και επενδυτές δεν είναι πλέον μόνο πόσο υψηλές αποδόσεις μπορούν να εξασφαλίσουν σήμερα, αλλά κυρίως κατά πόσο αυτές μπορούν να διατηρηθούν σε βάθος χρόνου.
Στο πλαίσιο αυτό τα έργα που συνδυάζουν παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ με αποθήκευση, δηλαδή τα υβριδικά, φαίνεται να είναι εκείνα που αποκτούν σαφές προβάδισμα.
Χρηματοδότηση με αυστηρότερους όρους από τις τράπεζες
Από την πλευρά των τραπεζών, ο Διαμαντής Λίπαρος, Associate Director, Energy Project Finance, Structured της Εθνικής Τράπεζας, μιλώντας χθες στο 8ο Renewable & Storage Forum, ανέφερε πως παρότι η διάθεση για χρηματοδότηση έργων ΑΠΕ παραμένει, οι προϋποθέσεις έχουν αλλάξει ουσιαστικά.
Η μεγαλύτερη έκθεση των έργων στις συνθήκες της αγοράς, η μεταβλητότητα των τιμών και η αβεβαιότητα γύρω από τα μελλοντικά έσοδα υποχρεώνουν τις τράπεζες να εξετάζουν με μεγαλύτερη προσοχή κάθε επενδυτικό φάκελο.
Ως εκ τούτου στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η ανάλυση ευαισθησίας, δηλαδή η εξέταση διαφορετικών σεναρίων για την πορεία των τιμών και των εσόδων, με τη συνδρομή εξειδικευμένων συμβούλων.
Αυτό που επιχειρείται με αυτόν τον τρόπο είναι να αποδειχθεί ότι ένα έργο μπορεί να εξυπηρετεί τις δανειακές υποχρεώσεις του ακόμη και υπό ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες.
Σύμφωνα με τον κ. Λίπαρο, τα υβριδικά έργα, δηλαδή εκείνα που συνδυάζουν παραγωγή ΑΠΕ και αποθήκευση, παρουσιάζουν μικρότερο κίνδυνο από τις αυτόνομες μπαταρίες και φαίνεται να είναι εκείνα που προτιμούν οι τράπεζες.
Έλλειψη ρεαλισμού για τις αποδόσεις των μπαταριών
Από την πλευρά του ο Γιάννης Παπαδόπουλος, Founding Partner και Head of Infrastructure & Green Transition της EOS Global Investors, υπογράμμισε την ανάγκη ρεαλιστικής αποτίμησης των επενδύσεων στην αποθήκευση.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το τελευταίο οκτάμηνο εμφανίζονται στην αγορά υπερβολικές προσδοκίες σχετικά με τις αποδόσεις των μπαταριών, χωρίς πάντοτε να τεκμηριώνεται επαρκώς ο τρόπος δημιουργίας τους.
Αξίζει να σημειώσουμε πως η EOS έχει δημιουργήσει το Atlas, επενδυτικό fund με κεφάλαια άνω των 300 εκατ. ευρώ, το οποίο επικεντρώνεται σε υποδομές και έργα πράσινης μετάβασης, συμπεριλαμβανομένων των ΑΠΕ, της αποθήκευσης, των διασυνδέσεων και των ψηφιακών υποδομών.
Όπως εξήγησε ο κ. Παπαδόπουλος, η επενδυτική στρατηγική της EOS προτεραιότητα έχουν τα φωτοβολταϊκά έργα με ενσωματωμένη αποθήκευση, ενώ η εταιρεία επιδιώκει να συμμετέχει ως συνεπενδυτής δίπλα σε developers και operators, με τοποθετήσεις που ξεκινούν από 25 εκατ. ευρώ ανά έργο.
Παράλληλα, εξετάζει ευκαιρίες στη δευτερογενή αγορά, ιδιαίτερα στα αιολικά, όπου οι πιέσεις μπορούν να δημιουργήσουν ελκυστικές επενδυτικές δυνατότητες.
Οι υψηλές αποδόσεις μπορεί να αποδειχθούν πρόσκαιρες
Ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στη διατήρηση των σημερινών υψηλών εσόδων εμφανίστηκε και ο Γιώργος Φακίδης, διευθύνων σύμβουλος της RENER Energy.
Όπως ανέφερε, οι αυξημένες τιμές του φυσικού αερίου δημιουργούν αυτή την περίοδο σημαντικά περιθώρια κερδοφορίας για τις μπαταρίες, χωρίς όμως να διασφαλίζουν ανάλογες αποδόσεις στο μέλλον.
Ο ίδιος αναφέρθηκε σε τιμές φυσικού αερίου που έχουν φτάσει τα 85 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι περίπου 15 ευρώ σε προηγούμενες περιόδους, επισημαίνοντας ότι η συγκεκριμένη συγκυρία επηρεάζει καθοριστικά τα έσοδα από το arbitrage.
Όπως είπε, οι τράπεζες, ωστόσο, αξιολογούν τα επιχειρηματικά σχέδια σε βάθος δεκαετίας και δεν θεωρούν ότι οι σημερινές συνθήκες μπορούν να διατηρηθούν αναλλοίωτες.
Παράλληλα, ο ίδιος αναφέρθηκε στις δυσκολίες των μικρών και μεσαίων έργων αποθήκευσης, δεδομένου πως οι τράπεζες αναζητούν μακροχρόνιες συμβάσεις ή άλλες εγγυήσεις σταθερών εσόδων, οι οποίες δεν είναι πάντοτε διαθέσιμες για μικρότερα έργα.
Παράλληλα, το κόστος εξοπλισμού, διαχείρισης και εκπροσώπησης στην αγορά επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο τις επενδύσεις μικρής κλίμακας.
Πλεονέκτημα για τα υβριδικά έργα
Στο ζήτημα της μακροχρόνιας βιωσιμότητας επικεντρώθηκε και ο Μανώλης Καραπιδάκης, γενικός διευθυντής του Ελληνικού Συνδέσμου Συστημάτων Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΣΑΗΕ), τονίζοντας ότι τα σημερινά περιθώρια κέρδους από την αγοραπωλησία ηλεκτρικής ενέργειας δεν επαρκούν από μόνα τους για να διασφαλίσουν τη χρηματοδότηση των μπαταριών.
Σήμερα, σημαντικό μέρος της οικονομικής τους απόδοσης προέρχεται από το ενεργειακό arbitrage, δηλαδή την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας όταν οι τιμές είναι χαμηλές και την πώλησή της σε ώρες υψηλότερων τιμών.
Όπως εξήγησε, τα spreads της αγοράς ενδέχεται να περιοριστούν στο μέλλον, δημιουργώντας αβεβαιότητα για τις αποδόσεις των αυτόνομων συστημάτων.
Και ακριβώς εδώ, σύμφωνα με τον ίδιο, εντοπίζεται και το συγκριτικό πλεονέκτημα των υβριδικών έργων. Ο συνδυασμός φωτοβολταϊκών και μπαταριών επιτρέπει την αποθήκευση της παραγωγής κατά τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας και τη διάθεσή της αργότερα, όταν οι συνθήκες της αγοράς είναι ευνοϊκότερες.
Ακόμη πιο ολοκληρωμένο μοντέλο αποτελούν οι καθετοποιημένες εγκαταστάσεις που συνδυάζουν παραγωγή, αποθήκευση και διαχείριση φορτίου, προσφέροντας στους χρηματοδότες σαφέστερη εικόνα των οικονομικών δεδομένων.
Ειδικά στα φωτοβολταϊκά, η αποθήκευση επιτρέπει τη μεταφορά της παραγόμενης ενέργειας από τις μεσημβρινές ώρες σε περιόδους υψηλότερης ζήτησης και τιμών, βελτιώνοντας την οικονομική αξιοποίηση της παραγωγής.
Ανάγκη για νέες πηγές εσόδων
Στην ανάγκη να ξεπεραστεί η αποκλειστική εξάρτηση των μπαταριών από το arbitrage ανέδειξε ο Νίκος Καββαδίας, Διευθυντής Βιομηχανικών Ελέγχων και ΑΠΕ της TÜV AUSTRIA Hellas.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η χρηματοδοτική ελκυστικότητα των αυτόνομων συστημάτων αποθήκευσης θα μπορούσε να ενισχυθεί σημαντικά εφόσον δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για πρόσθετες αμοιβές από υπηρεσίες προς το ηλεκτρικό σύστημα.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η εξισορρόπηση, η υποστήριξη τάσης και η ταχεία απόκριση στις μεταβολές της συχνότητας.
Για ορισμένες από αυτές τις υπηρεσίες, ωστόσο, δεν υπάρχει ακόμη στην Ελλάδα το αναγκαίο ρυθμιστικό πλαίσιο που θα επιτρέπει την αντίστοιχη αποζημίωση.
Στο τραπέζι τίθεται και η δυνατότητα μηχανισμών αποζημίωσης ισχύος, ώστε οι σταθμοί αποθήκευσης να αμείβονται για τη διαθεσιμότητά τους να ανταποκριθούν στις ανάγκες του συστήματος.