Η οργανική ανάπτυξη, μέσω του μεγάλου επενδυτικού προγράμματος ύψους 850 εκατ. ευρώ, που βρίσκεται σε εξέλιξη, παραμένει η βασική προτεραιότητα της ElvalHalcor, σύμφωνα με όσα ανέφερε πριν από λίγο σε τηλεδιάσκεψη με αναλυτές ο αντιπρόεδρος του ΔΣ του Ομίλου, Σπύρος Κοκκόλης, με τις εξαγορές να μην αποτελούν σήμερα την κύρια αναπτυξιακή επιλογή.
Οι εξαγορές παραμένουν στο «ραντάρ»
Παρότι η οργανική ανάπτυξη αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα, ο κ. Κοκκόλης ξεκαθάρισε ότι η εταιρεία παρακολουθεί διαρκώς πιθανές ευκαιρίες εξαγορών.
Όπως ανέφερε, η διοίκηση παραμένει ανοιχτή απέναντι σε πιθανές επιχειρηματικές κινήσεις, χωρίς όμως να αποτελεί αυτή τη στιγμή τον βασικό άξονα της στρατηγικής της.
Εφόσον παρουσιαστεί μια ευκαιρία που δημιουργεί αξία για τους μετόχους και ενισχύει τη θέση του Ομίλου στις αγορές όπου δραστηριοποιείται, η ElvalHalcor θα την αξιολογήσει.
«Δεν είναι η πρώτη μας επιλογή, αλλά έχουμε πάντα τα μάτια μας ανοιχτά», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Κοκκόλης.
Θετική εκκίνηση του τρίτου τριμήνου
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με το εάν συνεχίζεται η δυναμική του πρώτου εξαμήνου ως προς τη ζήτηση και τις νέες παραγγελίες, ο κ. Κοκκόλης, απέφυγε να προχωρήσει σε προβλέψεις για το υπόλοιπο της χρονιάς, επισημαίνοντας ότι η τηλεδιάσκεψη πραγματοποιήθηκε νωρίτερα από ό,τι συνήθως και η εταιρεία διαθέτει προς το παρόν περιορισμένη εικόνα για την εξέλιξη του τρίτου τριμήνου.
Όπως ανέφερε, μέχρι στιγμής η εικόνα του Ιουλίου είναι ιδιαίτερα ικανοποιητική, χωρίς να παρατηρούνται αποκλίσεις από τον επιχειρησιακό σχεδιασμό ή ενδείξεις επιβράδυνσης της ζήτησης.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι είναι ακόμη πολύ νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα, καθώς η πορεία των επόμενων μηνών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Καμία αλλαγή στον επενδυτικό σχεδιασμό
Ερωτηθείς σχετικά με το επενδυτικό πρόγραμμα των 850 εκατ. ευρώ, μετά και την πρόσφατη ολοκλήρωση της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, για το αν η ισχυρή χρηματοοικονομική θέση της εταιρείας επιτρέπει την επιτάχυνση των επενδύσεων, ο κ. Κοκκόλης απάντησε ότι, παρότι ο σχεδιασμός επανεξετάζεται σε τακτική βάση, τα μεγάλα έργα δεν μπορούν να επιταχυνθούν σημαντικά.
Όπως εξήγησε, πρόκειται για σύνθετα βιομηχανικά έργα, τα οποία απαιτούν χρόνο για τον σχεδιασμό, τις αδειοδοτήσεις, τις προμήθειες εξοπλισμού και την κατασκευή τους.
Για τον λόγο αυτό, δεν αναμένεται ουσιαστική διαφοροποίηση του χρονοδιαγράμματος που έχει ήδη ανακοινωθεί στους επενδυτές.
Τα μεγαλύτερα οφέλη μετά το 2030
Το νέο χυτήριο αλουμινίου αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία το 2029, ενώ η νέα μονάδα ψυχρής έλασης το 2030.
Οι επενδύσεις στον κλάδο χαλκού θα ολοκληρωθούν σταδιακά από τα τέλη του 2027 έως το 2029.
Η διοίκηση εκτίμησε ότι τα πρώτα οφέλη θα αρχίσουν να γίνονται αισθητά πριν από το 2030, ωστόσο η μεγαλύτερη αύξηση της κερδοφορίας θα προκύψει μετά την πλήρη ολοκλήρωση του προγράμματος.
Σημαντική ώθηση στην κερδοφορία από την ανακύκλωση
Ο κύκλος εργασιών του Ομίλου για το πρώτο εξάμηνο ανήλθε σε 2.197,5 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 18% σε σχέση με τα 1.862 εκατ. ευρώ της αντίστοιχης περιόδου του 2025.
Η επίδοση αυτή αποδίδεται κυρίως στην αύξηση των όγκων πωλήσεων και στους δύο βασικούς κλάδους δραστηριότητας, αλλά και στις υψηλότερες τιμές αλουμινίου, χαλκού και ψευδαργύρου στις διεθνείς αγορές.
Όπως επισημάνθηκε, τα αυξημένα premiums στα ανακυκλωμένα υλικά κατά το δεύτερο τρίμηνο ενίσχυσαν αισθητά την κερδοφορία του Ομίλου.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους το νέο επενδυτικό πρόγραμμα προβλέπει σημαντική αύξηση της δυνατότητας κατανάλωσης scrap τόσο στον κλάδο αλουμινίου όσο και στον κλάδο χαλκού.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Άγγελος Γιαζιτζόγλου, Αναπληρωτής Οικονομικός Διευθυντής του Ομίλου, «οι όγκοι αυξήθηκαν, επιβεβαιώνοντας τη θετική δυναμική στις βασικές αγορές, παρά το απαιτητικό μακροοικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον.
Η αύξηση κατά 7% του προσαρμοσμένου EBITDA αποδεικνύει ότι η λειτουργική μας εκτέλεση παραμένει ισχυρή και ότι καταφέραμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τις πληθωριστικές πιέσεις στο κόστος.
Παρά τις αυξημένες ανάγκες σε κεφάλαιο κίνησης, τις επενδύσεις και τις διανομές μερισμάτων, η χρηματοοικονομική θέση του Ομίλου συνέχισε να ενισχύεται, με περαιτέρω μείωση του καθαρού δανεισμού και βελτίωση της μόχλευσης.
Και, το σημαντικότερο, όλα τα παραπάνω επιτεύχθηκαν μέσα σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον, που χαρακτηρίστηκε από γεωπολιτικές εντάσεις, πληθωριστικές πιέσεις και έντονη μεταβλητότητα στις τιμές των μετάλλων».
Περιορισμένες οι επιπτώσεις από τη Μέση Ανατολή
Σε ερώτηση σχετικά με τις αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, ο κ. Κοκκόλης, ανέφερε πως κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου, ο Όμιλος λειτούργησε σε ένα περιβάλλον κάθε άλλο παρά σταθερό.
«Ο πόλεμος στον Κόλπο, ο οποίος ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου, προκάλεσε σημαντικές αναταράξεις στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες πετρελαίου, φυσικού αερίου και αλουμινίου, μεταξύ άλλων.
Η πρώτη μας προτεραιότητα ήταν η διασφάλιση της προμήθειας αλουμινίου και ιδιαίτερα πλακών αλουμινίου καθώς σημαντικό μέρος των υφιστάμενων συμβολαίων μας αφορούσε υλικό που παράγεται στην περιοχή αυτή.
Όπως αναφέραμε στην τηλεδιάσκεψη για το πρώτο τρίμηνο, είχαμε ήδη εξασφαλίσει τις απαιτούμενες ποσότητες έως τον Αύγουστο.
Μπορούμε πλέον να πούμε με ασφάλεια ότι διαθέτουμε επαρκή εφοδιασμό για ολόκληρο το έτος και πέραν αυτού.
Σε ό,τι αφορά τον χαλκό, υπήρχαν δύο παράγοντες που επηρέασαν την αγορά. Παρότι στην περιοχή δεν παράγεται πρωτογενής χαλκός, παράγονται μεγάλες ποσότητες θειικού οξέος, το οποίο είναι απαραίτητο για την παραγωγή συμπυκνώματος χαλκού.
Επιπλέον, η αναμενόμενη απόφαση σχετικά με τους αμερικανικούς δασμούς στις καθόδους χαλκού, η οποία αναμενόταν στις 30 Ιουνίου, δημιούργησε εκ νέου ένα περιορισμένο περιθώριο μεταξύ των τιμών στο LME και στην εμπορική αγορά, γεγονός που οδήγησε σε μεταφορά μεγαλύτερων ποσοτήτων καθόδων προς τις ΗΠΑ», εξήγησε.
Ωστόσο, όπως είπε «σε κανένα σημείο δεν αντιμετωπίσαμε προβλήματα όσον αφορά την προμήθεια χαλκού.
Φυσικά, η κατάσταση στον Κόλπο δεν έχει ακόμη επιλυθεί, και η διάρκειά της ενδέχεται να έχει ευρύτερες επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας, στον πληθωρισμό, στα επιτόκια, ενώ η κατάσταση εξακολουθεί να παραμένει ιδιαίτερα ευμετάβλητη, όπως όλοι γνωρίζουμε».