Στα 420,9 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 169% του ΑΕΠ, έφτασε το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα το πρώτο τρίμηνο του 2026, αυξημένο κατά 22,1 δισ. ευρώ σε έναν χρόνο.
Από αυτό, τα 238,6 δισ. ευρώ αφορούν σε ληξιπρόθεσμες οφειλές και μη εξυπηρετούμενα δάνεια, αποτυπώνοντας το βάρος που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στο τριμηνιαίο δελτίο του ΙΟΒΕ για το ιδιωτικό χρέος, το οποίο εκπονήθηκε με την υποστήριξη της Cepal. Η έκθεση καταγράφει δύο παράλληλες εξελίξεις: αύξηση του συνολικού δανεισμού, κυρίως μέσω δανείων που εξυπηρετούνται κανονικά, αλλά και περαιτέρω συσσώρευση οφειλών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Η άνοδος του χρέους, επομένως, δεν οφείλεται αποκλειστικά σε επιδείνωση της δυνατότητας πληρωμών. Το μεγαλύτερο μέρος της συνδέεται με την επέκταση της χρηματοδότησης, την οποία το ΙΟΒΕ θεωρεί θετική εξέλιξη, συμβατή με την ανάκαμψη των επενδύσεων.
Σχεδόν 7 στα 10 ευρώ οφειλών προς το Δημόσιο
Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς την εφορία και την κοινωνική ασφάλιση ανήλθαν συνολικά στα 166,3 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας το 69,7% του προβληματικού ιδιωτικού χρέους.
Ειδικότερα, τα χρέη προς την εφορία έφτασαν τα 114,5 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 3,7 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση. Από αυτά, τα 71 δισ. ευρώ αφορούν νομικά πρόσωπα και τα 43,5 δισ. ευρώ φυσικά πρόσωπα.
Η κατανομή δείχνει μεγάλη συγκέντρωση των ποσών σε λίγους μεγάλους οφειλέτες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που αναδεικνύει ο ΙΟΒΕ, έως τον Ιανουάριο του 2026, το 77,5% των φορολογικών οφειλετών χρωστά λιγότερα από 3.000 ευρώ. Αντίθετα, μόλις το 0,7% χρωστά πάνω από 300.000 ευρώ και συγκεντρώνει το 82,5% των συνολικών οφειλών.
Στον ΕΦΚΑ, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξήθηκαν κατά 2,1 δισ. ευρώ, στα 51,8 δισ. ευρώ σε έναν χρόνο. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι το 63,2% του ποσού προέρχεται από οφειλέτες που άρχισαν να συσσωρεύουν χρέη πριν από το 2010.
Η είσπραξη των παλαιών οφειλών παραμένει δύσκολη, η έκθεση καταγράφει ποσοστό είσπραξης 3% για το παλαιό φορολογικό χρέος και 4,5% για τις ασφαλιστικές οφειλές, έναντι 41,5% για το νέο φορολογικό χρέος.
Περισσότερα ενήμερα δάνεια, σταθερό απόθεμα «κόκκινων» δανείων
Το συνολικό υπόλοιπο δανείων σε τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, τους λεγόμενους servicers, διαμορφώθηκε στα 254,6 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 16,3 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση. Τα επιχειρηματικά δάνεια έφτασαν τα 178 δισ. ευρώ και εξηγούν σχεδόν ολόκληρη την αύξηση. Τα στεγαστικά ανήλθαν στα 52,4 δισ. ευρώ και τα καταναλωτικά στα 24,2 δισ. ευρώ.
Τα δάνεια που εξυπηρετούνται κανονικά αυξήθηκαν στα 182,2 δισ. ευρώ, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα παρέμειναν περίπου στα 72,3 δισ. ευρώ. Έτσι, το ποσοστό των «κόκκινων» δανείων υποχώρησε περίπου στο 28%, κυρίως επειδή μεγάλωσε το σύνολο των ενήμερων δανείων.
Οι servicers διαχειρίζονται το 91,7% των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ύψους 66,4 δισ. ευρώ. Συνολικά, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία, μαζί με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ανήλθαν στα 238,6 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 56,7% του συνολικού ιδιωτικού χρέους.
Το ποσοστό αυτό μειώθηκε επειδή οι υποχρεώσεις που εξυπηρετούνται κανονικά αυξήθηκαν ταχύτερα, παρότι το ύψος των ανεξόφλητων οφειλών αυξήθηκε.