Η ακρίβεια και οι επιπτώσεις της στην αμερικανική οικονομία βρίσκονται στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου στις ΗΠΑ, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου. Παράλληλα, ο πόλεμος στο Ιράν επιβαρύνει τις τιμές της ενέργειας, ενώ η συμφωνία για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προκαλεί έντονες αντιδράσεις ακόμη και εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, τοποθετώντας τον Ντόναλντ Τραμπ απέναντι σε μια κρίσιμη πολιτική δοκιμασία.
Τρεις εβδομάδες πριν τις εκλογές, οι Δημοκρατικοί διεκδικούν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων. Η μάχη για τη Γερουσία αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον.
Το εκλογικό αποτέλεσμα θα καθορίσει ποιο κόμμα θα έχει τον έλεγχο του Κογκρέσου τα επόμενα δύο χρόνια, επηρεάζοντας τη δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να υλοποιήσει τη νομοθετική του ατζέντα. Σε περίπτωση που οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν πλειοψηφία στη Βουλή, θα αναλάβουν τον έλεγχο των κοινοβουλευτικών επιτροπών και θα μπορούν να διεξάγουν έρευνες για τις κυβερνητικές αποφάσεις της κυβέρνησης Τραμπ.
Το κόστος διαβίωσης αποτελεί βασικό ζήτημα της προεκλογικής περιόδου. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Reuters/Ipsos, περίπου το 78% των Αμερικανών αποδίδει μέρος της ευθύνης για την αύξηση των τιμών στις πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ.
Ειδικότερα, το 57% των Ρεπουμπλικανών δηλώνει πως το κόστος ζωής αυξάνεται ταχύτερα από τα εισοδήματά του. Το 54% των ερωτηθέντων, συμπεριλαμβανομένου του 40% των Ρεπουμπλικανών, εκτιμά ότι το κόστος ζωής αυξήθηκε σημαντικά τον τελευταίο χρόνο, ενώ το 30% βλέπει μικρότερη αύξηση.
Η γενικευμένη δυσαρέσκεια αποτυπώνεται στους χειρισμούς της κυβέρνησης για τον πληθωρισμό, με το 68% των ερωτηθέντων και το 40% των Ρεπουμπλικανών να τους αποδοκιμάζουν. Ταυτόχρονα, οι δασμοί στις εισαγωγές και η άνοδος των τιμών ενέργειας λόγω του πολέμου στο Ιράν συγκαταλέγονται στους παράγοντες που εντείνουν τις πληθωριστικές πιέσεις, οδηγώντας σε αυξήσεις επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ.
Ο Λευκός Οίκος υπερασπίζεται την οικονομική πολιτική του προέδρου, προβάλλοντας ότι οι φορολογικές μειώσεις και η μείωση του κόστους συνταγογραφούμενων φαρμάκων έχουν προσφέρει ουσιαστικά οφέλη στα αμερικανικά νοικοκυριά.
Αντιδράσεις για τη συμφωνία με τη Ρωσία
Στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης βρίσκεται και η συμφωνία που ανακοίνωσε ο Τραμπ στις 9 Οκτωβρίου, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ στις ΗΠΑ και τις διεθνείς αγορές.
Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, η Ρωσία θα διαθέσει πάνω από 300.000 μετρικούς τόνους ντίζελ άμεσα, με επιπλέον ποσότητες 500.000 τόνων τον Νοέμβριο και ένα εκατομμύριο τόνους στη συνέχεια. Η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών στις εισαγωγές ρωσικών καυσίμων, με στόχο τη συγκράτηση των υψηλών τιμών του ντίζελ.
Ωστόσο, η υλοποίηση της συμφωνίας παραμένει αβέβαιη λόγω ερωτημάτων για τη μεταφορική ικανότητα και την κατάσταση των ρωσικών διυλιστηρίων μετά τα ουκρανικά πλήγματα. Οι αρχικές ποσότητες είναι περιορισμένες σε σχέση με την ημερήσια κατανάλωση στις ΗΠΑ.
Η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις στο Κογκρέσο. Τέσσερις Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές μαζί με δύο Δημοκρατικούς ζήτησαν από την κυβέρνηση να ανακαλέσει την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι έρχεται σε αντίθεση με την αμερικανική νομοθεσία για τις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει να προσφέρουν στον Πούτιν οικονομική σανίδα σωτηρίας όσο η Ρωσία συνεχίζει να σκοτώνει Ουκρανούς αμάχους. Η κυβέρνηση πρέπει να ανακαλέσει αμέσως την απόφασή της», ανέφεραν οι γερουσιαστές σε κοινή ανακοίνωσή τους.
Από την πλευρά του, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τζον Μπαράσο υπερασπίστηκε την απόφαση του Τραμπ, παρουσιάζοντάς την ως πιθανό μέσο άσκησης πίεσης προς τη Μόσχα, στηρίζοντας παράλληλα την εφαρμογή των υφιστάμενων κυρώσεων.
Η εκλογική μάχη και οι οικονομικές ισορροπίες
Η οικονομική δυσαρέσκεια αντικατοπτρίζεται και στις δημοσκοπήσεις για τις ενδιάμεσες εκλογές. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση του Reuters/Ipsos, το 43% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων προτιμά τους Δημοκρατικούς για το Κογκρέσο, έναντι 35% που επιλέγει τους Ρεπουμπλικανούς.
Το ανεξάρτητο Cook Political Report αναθεώρησε τις εκτιμήσεις του για 18 εκλογικές περιφέρειες της Βουλής υπέρ των Δημοκρατικών. Η ανάλυση προβλέπει καθαρό κέρδος 9 έως 19 εδρών για τους Δημοκρατικούς, που θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Στη Γερουσία, όπου οι Ρεπουμπλικανοί κατέχουν πλειοψηφία 53 έναντι 47 εδρών, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος 4 εδρών για να αποκτήσουν πλειοψηφία. Κρίσιμες αναμετρήσεις αναμένονται σε πολιτείες όπως το Μέιν, η Βόρεια Καρολίνα, το Οχάιο, η Αλάσκα, η Αϊόβα, το Τέξας και το Κάνσας, ενώ οι Δημοκρατικοί πρέπει να διατηρήσουν έδρες σε πολιτείες όπως η Τζόρτζια και το Μίσιγκαν.
Σύμφωνα με αναλυτές, η σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών δεν θεωρείται δεδομένη. Μόλις 40 έως 50 από τις 435 περιφέρειες της Βουλής χαρακτηρίζονται πραγματικά ανταγωνιστικές, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν σημαντικό οικονομικό πλεονέκτημα.
Όπως προκύπτει από τις καταχωρίσεις στην Ομοσπονδιακή Εκλογική Επιτροπή των ΗΠΑ (FEC), οι εθνικές κομματικές επιτροπές και οι συμμαχικές επιτροπές πολιτικής δράσης των Ρεπουμπλικανών διέθεταν περίπου 614 εκατ. δολάρια σε ταμειακά διαθέσιμα, έναντι 392 εκατ. δολαρίων των Δημοκρατικών.
Επιπλέον, η επιτροπή MAGA Inc. είχε 416 εκατ. δολάρια στις αρχές Σεπτεμβρίου, ενώ σημαντικός χρηματοδότης των Ρεπουμπλικανών εμφανίζεται ο Ίλον Μασκ. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Αμερικανός δισεκατομμυριούχος έχει διαθέσει περίπου 366 εκατ. δολάρια κατά τον εκλογικό κύκλο 2025-2026, με το μεγαλύτερο μέρος να κατευθύνεται σε εκλογικές προσπάθειες των Ρεπουμπλικανών.