Η κυβέρνηση της Πορτογαλίας προχώρησε στην έγκριση μιας δέσμης μέτρων ύψους 800 εκατ. ευρώ, με στόχο την ανακούφιση των πιέσεων στο κόστος διαβίωσης. Μεταξύ των βασικών παρεμβάσεων είναι η εφάπαξ παροχή σε περισσότερους από δύο εκατομμύρια συνταξιούχους και η μείωση του φόρου εισοδήματος, με αναδρομική ισχύ από τον Ιανουάριο.
Ο πρωθυπουργός Λουίς Μοντενέγκρο, σε τηλεοπτικό του διάγγελμα, αναγνώρισε τις «θεμιτές ανησυχίες» των νοικοκυριών, ειδικά για την αύξηση των τιμών στα καύσιμα. Ωστόσο, απέρριψε προτάσεις της αντιπολίτευσης για ευρύτερα μέτρα, όπως η μηδενική φορολόγηση στον ΦΠΑ βασικών τροφίμων, επισημαίνοντας ότι τέτοιες παρεμβάσεις θα έθεταν σε κίνδυνο τα δημόσια οικονομικά.
Όπως ανέφερε, «πρέπει να κρατήσουμε μια ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνική ευαισθησία και τη δημοσιονομική υπευθυνότητα... μην περιμένετε από μένα ή την κυβέρνηση να προσφέρει σήμερα ψευδαισθήσεις που θα είχαν βαρύ τίμημα αύριο».
Η εφάπαξ παροχή, η οποία θα δοθεί τον Δεκέμβριο, αφορά συνταξιούχους με μηνιαία σύνταξη έως 1.600 ευρώ μικτά. Το ποσό θα κυμαίνεται από 200 ευρώ για τις χαμηλότερες συντάξεις έως 100 ευρώ για τις υψηλότερες, με το συνολικό κόστος να ανέρχεται σε περίπου 400 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, η μείωση του φόρου εισοδήματος θα εφαρμοστεί σε όσους έχουν ετήσιο φορολογητέο εισόδημα έως 43.090 ευρώ. Η μείωση θα ισχύσει αναδρομικά από τον Ιανουάριο και θα τεθεί σε εφαρμογή τον Νοέμβριο, με ετήσιο κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ.
Αν και τα υψηλότερα εισοδήματα θα ωφεληθούν επίσης από τους χαμηλότερους συντελεστές κάτω από το συγκεκριμένο όριο, ο Μοντενέγκρο τόνισε ότι το μέτρο στοχεύει «κυρίως τα νοικοκυριά της μεσαίας τάξης».
Στόχος το νέο δημοσιονομικό πλεόνασμα
Νωρίτερα, ο Μοντενέγκρο δήλωσε πως η Πορτογαλία βρίσκεται σε πορεία για επίτευξη δημοσιονομικού πλεονάσματος το 2026 για τέταρτη συνεχή χρονιά, ξεπερνώντας τις προηγούμενες κυβερνητικές προβλέψεις για ισοσκελισμένο προϋπολογισμό.
Μετά το πλεόνασμα 0,7% το 2025, η κεντροδεξιά κυβέρνηση μειοψηφίας είχε αρχικά προβλέψει ισοσκελισμένο προϋπολογισμό για φέτος, λαμβάνοντας υπόψη τις αυξημένες δημόσιες δαπάνες για την αντιμετώπιση των καταστροφικών καταιγίδων και την αντιστάθμιση της πληθωριστικής πίεσης από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου.
Τα μέτρα απαιτούν πλέον την έγκριση του κοινοβουλίου, ωστόσο εκτιμάται ότι θα εξασφαλίσουν διακομματική στήριξη.