Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ επανεπιβεβαίωσε την κατηγορηματική καταδίκη των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, με αφορμή τη συμπλήρωση 25 ετών από τα γεγονότα. Σε σχετική ανακοίνωση, το Συμβούλιο τονίζει πως οι πράξεις διεθνούς τρομοκρατίας εξακολουθούν να αποτελούν «μία από τις σοβαρότερες απειλές για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια στον 21ο αιώνα».
Κατά τη συνεδρίαση της 11ης Σεπτεμβρίου, υπό τη γαλλική προεδρία του Συμβουλίου για τον μήνα Σεπτέμβριο, εκδόθηκε προεδρική δήλωση με την οποία τα μέλη του ΣΑ επαναβεβαίωσαν την «απερίφραστη καταδίκη» των επιθέσεων που πραγματοποιήθηκαν στη Νέα Υόρκη, στο Άρλινγκτον της Βιρτζίνια και στην Πενσιλβάνια. Τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των θυμάτων.
Το Συμβούλιο καταδίκασε όλες τις πράξεις, μεθόδους και πρακτικές τρομοκρατίας ως εγκληματικές και αδικαιολόγητες, ανεξαρτήτως κινήτρων ή προέλευσης. Παράλληλα, δήλωσε αποφασισμένο να συνεχίσει τη συμβολή του στην ενίσχυση της παγκόσμιας προσπάθειας κατά της τρομοκρατίας.
Το ΣΑ ΟΗΕ αναγνώρισε τα μέτρα που έχουν ληφθεί από τα κράτη-μέλη και το σύστημα των Ηνωμένων Εθνών τα τελευταία 25 χρόνια, αλλά εξέφρασε ανησυχία για τη συνεχιζόμενη παρουσία οργανώσεων που συνδέονται με το Ισλαμικό Κράτος (Da'esh), την Αλ Κάιντα και τις θυγατρικές τους σε διάφορες περιοχές. Έγινε αναφορά σε οργανώσεις όπως το ISIL-K και το TTP στο Αφγανιστάν, θυγατρικές του Da'esh και την JNIM στην Αφρική, καθώς και σε σχετικές οργανώσεις στη Μέση Ανατολή.
Ανησυχία για την εξέλιξη και εξάπλωση της τρομοκρατίας
Το Συμβούλιο υπογράμμισε τη «βαθιά ανησυχία» του για την εντατικοποίηση, την αυξανόμενη πολυπλοκότητα και τη μεταβαλλόμενη φύση των τρομοκρατικών επιθέσεων. Ειδική αναφορά έγινε στην αύξηση των θυμάτων, ιδιαίτερα μεταξύ αμάχων, αλλά και στη γεωγραφική εξάπλωση της απειλής. Ταυτόχρονα, επαναβεβαιώθηκε ότι «η τρομοκρατία δεν πρέπει να συνδέεται με καμία θρησκεία, εθνικότητα, πολιτισμό ή ομάδα».
Στην προεδρική δήλωση σημειώνεται ότι «η τρομοκρατία δεν θα ηττηθεί μόνο με στρατιωτική δύναμη ή δυνάμεις ασφαλείας, μέτρα επιβολής του νόμου και επιχειρήσεις πληροφοριών». Το Συμβούλιο τόνισε την ανάγκη αντιμετώπισης των παραγόντων που συμβάλλουν στην εξάπλωση της τρομοκρατίας, μέσω πρόληψης, ειρηνικής επίλυσης συγκρούσεων, ενίσχυσης του κράτους δικαίου, προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ανάπτυξης.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις νέες τεχνολογίες και στην αυξανόμενη χρήση τους για τρομοκρατικούς σκοπούς, όπως στρατολόγηση, υποκίνηση, χρηματοδότηση και σχεδιασμός επιθέσεων. Το Συμβούλιο επισήμανε και την κατάχρηση χρηματοπιστωτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων των εικονικών περιουσιακών στοιχείων και των κρυπτονομισμάτων, καθώς και τη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών για επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές και δημόσιους χώρους.
Τέλος, το Συμβούλιο υπογράμμισε ότι η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας απαιτεί «διαρκή και συνολική προσέγγιση» και ενεργή συνεργασία όλων των κρατών και διεθνών οργανισμών, με τα κράτη-μέλη να διατηρούν την πρωταρχική ευθύνη για την αντιμετώπιση της απειλής.