Δέκα μέλη των δυνάμεων ασφαλείας της συριακής de facto κυβέρνησης τραυματίστηκαν τη Δευτέρα το βράδυ σε συγκρούσεις με ένοπλες ομάδες, σε περιοχή της νότιας Συρίας όπου διαμένουν κυρίως μέλη της μειονότητας των Δρούζων, σύμφωνα με μετάδοση της κρατικής τηλεόρασης.
Η ένταση παραμένει υψηλή στη Σουάιντα, περιοχή όπου συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος της σιιτικής μειονότητας, μετά τα αιματηρά επεισόδια που είχαν σημειωθεί πριν από έναν χρόνο. Τα γεγονότα αυτά χαρακτηρίστηκαν ως τα χειρότερα μετά την ανατροπή του πρώην προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ στα τέλη του 2024.
Το τελευταίο περιστατικό σημειώθηκε μόλις μία ημέρα μετά τον θάνατο δύο πολιτών κατά τη διάρκεια συγκρούσεων μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων στα περίχωρα της πόλης, σύμφωνα με δύο πηγές στα σώματα ασφαλείας της περιοχής.
Τα τραυματισμένα μέλη των δυνάμεων ασφαλείας επλήγησαν ενώ «αντιμετώπιζαν επιθέσεις» από ένοπλες ομάδες που στόχευαν σημεία γύρω από την Ταλ Χαντίντ και στον άξονα Ουάλγα, όπως ανακοίνωσε η διοίκηση εσωτερικής ασφαλείας της επαρχίας στην κρατική τηλεόραση.
Νωρίτερα, το τηλεοπτικό δίκτυο είχε αναφέρει τέσσερις τραυματίες, σύμφωνα με προηγούμενο απολογισμό.
Παρατάξεις των Δρούζων εξακολουθούν να ελέγχουν την πόλη Σουάιντα και άλλους τομείς της επαρχίας, παρά τις προσπάθειες της Δαμασκού να ενισχύσει την κυριαρχία της στην περιοχή.
Η Σουάιντα αποτελεί μία από τις τελευταίες περιοχές που παραμένουν εκτός του ελέγχου της de facto κυβέρνησης ισλαμιστών, η οποία έχει δηλώσει από τα τέλη του 2024 την πρόθεσή της να ενώσει τη χώρα, που παραμένει κατακερματισμένη μετά από 13 χρόνια εμφυλίου πολέμου.
Σε ανακοίνωση που δόθηκε στη δημοσιότητα αργά το βράδυ της Δευτέρας, η «Εθνική Φρουρά», ένοπλη οργάνωση υπό τον ισχυρό ηγέτη των Δρούζων Χικμάτ αλ Χίτζρι, κατηγόρησε τις κυβερνητικές δυνάμεις ότι άνοιξαν πυρ με «ολμοβόλα» και χρησιμοποίησαν «αδιακρίτως» βαριά «πολυβόλα», με στόχο να τραυματίσουν αμάχους, επισημαίνοντας πως τραυματίστηκε τουλάχιστον ένα παιδί.
Η οργάνωση ανέφερε ότι «ανταπέδωσε με τα προσήκοντα μέσα» και προειδοποίησε πως «οι επιθέσεις αυτές δεν θα μείνουν αναπάντητες».