Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, πρότεινε ο διεθνής οργανισμός να αναλάβει ρόλο στη διευκόλυνση των θαλάσσιων μεταφορών λιπασμάτων, που αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα λόγω της παράλυσης της κίνησης στο στενό του Ορμούζ.
Σύμφωνα με όσα δήλωσε ο επικεφαλής του ΟΗΕ κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στη Νέα Υόρκη, στόχος της πρότασης είναι «να μειωθούν οι άμεσοι κίνδυνοι, να υποστηριχτεί πιο συντεταγμένη και προβλέψιμη μεταφορά, και να (υπάρξει) συμβολή στην ανοικοδόμηση της εμπιστοσύνης που απαιτείται για τη διπλωματία και την αποκλιμάκωση».
Ο Αντόνιο Γκουτέρες, έχοντας ξεκινήσει σχετικές διεργασίες από τον Μάρτιο, πρότεινε τη δημιουργία ενός «μηχανισμού καταγραφής και επαλήθευσης πλοίων που μεταφέρουν, τουλάχιστον σε πρώτο χρόνο, λιπάσματα και συναφή προϊόντα».
Η πρωτοβουλία περιλαμβάνει επίσης τη δημιουργία μηχανισμού πρόληψης συμβάντων, ο οποίος θα πιλοτάρεται από το Ομάν.
Όπως σημείωσε, «ο μηχανισμός δεν θα ενέκρινε τη διέλευση από το στενό του Ορμούζ, ούτε θα τροποποιούσε τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις των κρατών-μελών δυνάμει του διεθνούς δικαίου».
Ο ΟΗΕ δηλώνει έτοιμος να θέσει τον μηχανισμό σε λειτουργία, επισημαίνοντας ωστόσο ότι «αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι χώρες που εμπλέκονται στη σύγκρουση αυτή αποδέχονται τον μηχανισμό». Ο ΟΗΕ, όπως τόνισε ο Αντόνιο Γκουτέρες, σκοπεύει να διαδραματίσει ρόλο «ουδέτερου» παράγοντα «διευκόλυνσης».
Σε αντίποινα για τους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς στο έδαφός του την 28η Φεβρουαρίου, που αποτέλεσαν την αφορμή για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, το Ιράν έκλεισε το στρατηγικής σημασίας στενό του Ορμούζ. Από το συγκεκριμένο σημείο διερχόταν, πριν από την ένοπλη σύρραξη, το ένα πέμπτο των υδρογονανθράκων που καταναλώνονται παγκοσμίως.
Η Τεχεράνη έχει ανακοινώσει την πρόθεσή της να επιβάλει τέλη για υπηρεσίες που παρέχονται στα διερχόμενα πλοία, απόφαση που απορρίπτουν κατηγορηματικά οι ΗΠΑ και ορισμένα κράτη της περιοχής.
Από την πλευρά του, ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ διαβεβαιώνει ότι η Ουάσιγκτον διατηρεί τον «απόλυτο έλεγχο» του στενού, το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, θα γίνει «αμερικανικό έδαφος» μετά τον πόλεμο.