Η Ρωσία καταδίκασε την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιτρέψει σε πολεμικά πλοία της ΕΕ στη Μεσόγειο να σταματούν και να επιθεωρούν ξένα πλοία που θεωρούνται ύποπτα για συμμετοχή σε έναν «σκιώδη στόλο» μεταφοράς ρωσικού πετρελαίου. Η Μόσχα προειδοποίησε ότι θα λάβει όλα τα απαραίτητα νομικά και άλλα μέτρα για την προστασία των πλοίων αυτών.
Η ΕΕ ανακοίνωσε ότι διεύρυνε την εντολή της Επιχείρησης IRINI, της ναυτικής αποστολής στη Μεσόγειο, η οποία είχε αρχικά δημιουργηθεί με στόχο την επιβολή του εμπάργκο όπλων του ΟΗΕ στη Λιβύη.
Η εκπρόσωπος του ρωσικού ΥΠΕΞ, Μαρία Ζαχάροβα, χαρακτήρισε την ευρωπαϊκή απόφαση απειλή για τη θαλάσσια ασφάλεια και κατηγόρησε την ΕΕ ότι εκφοβίζει πολιτικά πλοία. Τόνισε πως ο όρος «σκιώδης στόλος» δεν υπάρχει στο διεθνές δίκαιο και αποτελεί «πολιτική επινόηση» της ΕΕ.
«Η ανάπτυξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση πλοίων της ναυτικής επιχείρησης IRINI που έχουν αναπτυχθεί στη Μεσόγειο προκειμένου να επιθεωρούν ή να κατασχέσουν, όπως λένε τώρα, πλοία που μεταφέρουν πετρελαϊκά προϊόντα θα αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου», δήλωσε η Ζαχάροβα σε συνέντευξη Τύπου.
Η ίδια πρόσθεσε ότι η Ρωσία επιφυλάσσεται του δικαιώματος να χρησιμοποιήσει το πλήρες πολιτικό και νομικό οπλοστάσιό της για την προστασία της θαλάσσιας ασφάλειας και των νόμιμων συμφερόντων των μεταφορικών εταιρειών και των πλοιοκτητών.
Η εκπρόσωπος του ρωσικού ΥΠΕΞ επεσήμανε επίσης ότι ο νέος γύρος κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θα επιτύχει τους στόχους του, ενώ η Μόσχα θα ανταποδώσει ανάλογα.
Ανησυχία για τη Μέση Ανατολή
Η Ρωσία εξέφρασε «εξαιρετική ανησυχία» για την κλιμάκωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και απηύθυνε έκκληση για αυτοσυγκράτηση. «Καλούμε τις πλευρές σε αυτοσυγκράτηση και άμεση παύση των ένοπλων επιθέσεων», υπογράμμισε η Ζαχάροβα, μετά την ανακοίνωση του Ιράν ότι έθεσε στο στόχαστρο βάσεις των ΗΠΑ στον Κόλπο, σε αντίποινα για τα πλήγματα της Ουάσινγκτον εναντίον ιρανικών στόχων στο Στενό του Ορμούζ.
Ενίσχυση συνεργασίας με τη Συρία
Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε ότι η συνεργασία με τη Συρία εξελίσσεται δυναμικά και ότι βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις με τη Δαμασκό για μια «πιθανή αναμόρφωση» των ρωσικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στη χώρα.
Η εκδίωξη, τον Δεκέμβριο 2024, του Σύρου προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ, στενού συμμάχου της Ρωσίας, προκάλεσε ερωτήματα σχετικά με το μέλλον της ρωσικής αεροπορικής βάσης Χμεϊμίμ στη Λαττάκεια και των ναυτικών εγκαταστάσεων στην Ταρτούς. Ωστόσο, η Μόσχα έχει από τότε ενισχύσει τις σχέσεις της με τον Άχμεντ αλ Σαρά, πρώην διοικητή των ανταρτών και νυν πρόεδρο της Συρίας.
«Η ρωσοσυριακή συνεργασία αναπτύσσεται πολύ ενεργά», σημείωσε η Ζαχάροβα, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με σχέδια δημιουργίας κόμβου επιμελητειακής υποστήριξης στην Ταρτούς για τη διανομή ρωσικών προϊόντων στη Συρία. Πρόσθεσε ότι οι συνομιλίες περιλαμβάνουν και το ενδεχόμενο «αναδιαμόρφωσης» της λειτουργίας των ρωσικών στρατιωτικών βάσεων.
Οι ρωσικές βάσεις στη Συρία αποτελούν βασικό στοιχείο της στρατιωτικής παρουσίας της Μόσχας στη Μεσόγειο. Η ναυτική βάση της Ταρτούς λειτουργεί ως κόμβος επισκευής και ανεφοδιασμού των ρωσικών πολεμικών πλοίων, ενώ η Χμεϊμίμ παραμένει κρίσιμη για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τη μισθοφορική δραστηριότητα στην Αφρική.
Η Ρωσία παρενέβη στρατιωτικά στη Συρία το 2015, υποστηρίζοντας τον Άσαντ στον εμφύλιο πόλεμο. Σύμφωνα με το Reuters, το 2024 η Μόσχα απέσυρε δυνάμεις από τα βόρεια μέτωπα της Συρίας, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείψει τις μεσογειακές βάσεις της στη Χμεϊμίμ και την Ταρτούς.
Η Μόσχα διατηρεί ιστορικούς δεσμούς με τη Συρία από τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, έχοντας αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της το 1944, ενώ η Δύση θεωρούσε επί μακρόν τη Δαμασκό σύμμαχο της Σοβιετικής Ένωσης.