Η Κούβα αμφισβήτησε σήμερα «την αντικειμενικότητα» της επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, σε σχέση με την οικονομική και ενεργειακή κρίση που πλήττει το νησί, το οποίο βρίσκεται υπό αυξανόμενη πίεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Μεξικό, η Κάλας κάλεσε να σταματήσει ο «έλεγχος» στον πληθυσμό της Κούβας, υπογραμμίζοντας ότι «έπειτα από δεκαετίες κακοδιαχείρισης και πολιτικής καταστολής, η οικονομική κρίση στην Κούβα φθάνει σε ένα πραγματικό σημείο καμπής. Ο κουβανικός λαός αξίζει ευκαιρίες και ελευθερία, και όχι πια έλεγχο και απομόνωση».
Απαντώντας, ο Κουβανός υπουργός Εξωτερικών, Μπρούνο Ροδρίγκες, δήλωσε μέσω ανάρτησής του στην πλατφόρμα Χ ότι «το να μην αναγνωρίζεται πως η παράνομη, ωμή και άδικη συλλογική τιμωρία που η κυβέρνηση των ΗΠΑ επιβάλλει στον κουβανικό πληθυσμό αποτελεί την κύρια αιτία της δύσκολης κατάστασης στην οποία ζουν σήμερα οι Κουβανοί, αφαιρεί κάθε αντικειμενικότητα και αποκαλύπτει ότι υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά».
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι «οι κυρίαρχες και βαθιές μεταμορφώσεις που έχει γνωρίσει η Κούβα τις τελευταίες δεκαετίες, οι οποίες απολαμβάνουν ευρεία λαϊκή συναίνεση, εμπίπτουν στις εσωτερικές μας υποθέσεις».
Η Κούβα, που βρίσκεται υπό αμερικανικό εμπάργκο από το 1962, αντιμετωπίζει σοβαρή οικονομική κρίση τα τελευταία χρόνια, η οποία επιδεινώνεται από τον πετρελαϊκό αποκλεισμό και τις νέες αμερικανικές οικονομικές κυρώσεις.
Την 1η Μαΐου, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε προεδρικό διάταγμα επιβάλλοντας νέο πακέτο κυρώσεων, που στοχεύει κυρίως τις δραστηριότητες ξένων επιχειρήσεων συνεργαζόμενων με το κουβανικό κράτος, μεταξύ των οποίων και ευρωπαϊκές εταιρείες.
Ο Ροδρίγκες εξέφρασε τη λύπη του που η Κάλας δεν εκφράζει «ανησυχία ούτε υποστήριξη στις πολλές εταιρίες και στους πολίτες της Ευρώπης που απειλούνται και τιμωρούνται από τα πρόσφατα αμερικανικά μέτρα».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Κούβα συνδέονται με Συμφωνία πολιτικού διαλόγου και συνεργασίας από το 2017, ενώ η Ουάσινγκτον κλιμάκωσε περαιτέρω την πίεση την περασμένη εβδομάδα, απαγγέλλοντας κατηγορίες σε βάρος του προέδρου Ραούλ Κάστρο για υπόθεση του 1996. Η Αβάνα κάνει λόγο για πρόσχημα που αποσκοπεί στη δικαιολόγηση στρατιωτικής επέμβασης.