Η κυβέρνηση των ΗΠΑ εξετάζει το ενδεχόμενο μακρόχρονου αποκλεισμού των λιμανιών του Ιράν, κίνηση που θα διατηρούσε την πίεση στην παγκόσμια οικονομία και θα συνέχιζε να ανεβάζει τις τιμές του πετρελαίου, οι οποίες ήδη βρίσκονται σε υψηλό τετραετίας.
Ο πόλεμος που ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου, με εκτεταμένους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς στην Ισλαμική Δημοκρατία, έχει προκαλέσει χιλιάδες θύματα, κυρίως σε Ιράν και Λίβανο, ενώ οι οικονομικές του επιπτώσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν τις διεθνείς αγορές.
Μετά την κατάπαυση του πυρός που ανακοίνωσε ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στις 8 Απριλίου, ύστερα από 40 ημέρες συγκρούσεων, η Ουάσιγκτον φαίνεται να προετοιμάζεται για πολύμηνο αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών. Το μέτρο θεωρείται απάντηση στον αποκλεισμό του στενού του Χορμούζ από το Ιράν, μέσω του οποίου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων υδρογονανθράκων.
Κατά τη διάρκεια συνάντησης στον Λευκό Οίκο με στελέχη του πετρελαϊκού κλάδου, συζητήθηκαν «τα μέτρα που πήρε ο πρόεδρος Τραμπ για να ανακουφίσει τις διεθνείς αγορές και τα μέτρα που θα μπορούσαμε να λάβουμε για να συνεχίσουμε τον εφαρμοζόμενο αποκλεισμό για μήνες αν είναι απαραίτητο», σύμφωνα με κυβερνητικό αξιωματούχο.
«Ο αποκλεισμός είναι λιγάκι πιο αποτελεσματικός από τους βομβαρδισμούς», δήλωσε ο Ντόναλντ Τραμπ σε συνέντευξή του στον ιστότοπο Axios.
Αβεβαιότητα στις αγορές και ενεργειακή αστάθεια
Η προοπτική διαπραγματεύσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης απομακρύνεται, ενώ η τιμή του πετρελαίου Μπρεντ ξεπέρασε τα 119 δολάρια το βαρέλι, το υψηλότερο επίπεδο από το 2022. Οι αγορές παραμένουν νευρικές, καθώς αναλυτές προειδοποιούν ότι το στενό του Χορμούζ ενδέχεται να παραμείνει κλειστό.
Η Τεχεράνη κατηγορεί την Ουάσιγκτον ότι επιδιώκει την κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας μέσω «οικονομικής πίεσης» και «εσωτερικών διχασμών», όπως δήλωσε ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ, καλώντας σε «ενότητα».
Ο ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν προειδοποίησε τον Ντόναλντ Τραμπ για τις «επιζήμιες συνέπειες» που θα είχε νέα στρατιωτική δράση των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, επισημαίνοντας ότι θα επηρέαζε «όχι μόνο» τη χώρα και τους γείτονές της, αλλά και «το σύνολο της διεθνούς κοινότητας».
Πολιτικές αντιδράσεις και οικονομικό κόστος
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ο υπουργός Πολέμου δέχθηκε έντονες επικρίσεις στη Βουλή των Αντιπροσώπων, με βουλευτές να κάνουν λόγο για «γεωπολιτική καταστροφή» και «στρατηγικό τέλμα». Ο ίδιος ανέφερε ότι ο πόλεμος έχει κοστίσει περίπου 25 δισ. δολάρια, υπογραμμίζοντας πως «πρέπει να εξασφαλιστεί ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο».
Η ιρανική οικονομία πλήττεται σοβαρά, με το ριάλ να καταγράφει ιστορικό χαμηλό έναντι του δολαρίου. «Η ιδέα πως θα ξαναζήσουμε τον πόλεμο είναι τρομακτική», δήλωσε κάτοικος της Τεχεράνης στο Γαλλικό Πρακτορείο.
Η αύξηση των τιμών της ενέργειας απειλεί να βυθίσει στη φτώχεια πάνω από 30 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως, σύμφωνα με τον Αλεξάντερ ντε Κρο, επικεφαλής του Προγράμματος Ανάπτυξης του ΟΗΕ (UNDP).
Κλιμάκωση στον Λίβανο και περιφερειακές επιπτώσεις
Στον Λίβανο, όπου το Ισραήλ συγκρούεται με τη Χεζμπολά, δύο άνθρωποι, ανάμεσά τους ένας στρατιωτικός, σκοτώθηκαν σε νέο ισραηλινό βομβαρδισμό. Την προηγούμενη ημέρα, οι επιθέσεις είχαν προκαλέσει 19 θανάτους.
Ο πρόεδρος Ζοζέφ Αούν κάλεσε το Ισραήλ να «εφαρμόσει πλήρως» την κατάπαυση του πυρός που ανακοίνωσε ο πρόεδρος Τραμπ στις 17 Απριλίου, ενώ το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα προειδοποιεί ότι 1,2 εκατ. Λιβανέζοι κινδυνεύουν από οξεία διατροφική ανασφάλεια.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στον ιστότοπο Axios ότι συνέστησε στον ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου να περιορίσει τις επιχειρήσεις σε «χειρουργικά πλήγματα» και να αποφύγει την πλήρη επανέναρξη του πολέμου με τη Χεζμπολά, σημειώνοντας πως «το Ιράν κατέστρεψε τον Λίβανο» μέσω της οργάνωσης αυτής.