Την πλήρη υποστήριξη της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή πορεία της Σερβίας και των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων επανέλαβε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, επισημαίνοντας τον στρατηγικό χαρακτήρα των ελληνοσερβικών σχέσεων, τον αναβαθμισμένο ενεργειακό ρόλο της Ελλάδας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τις προκλήσεις που προκαλεί η γεωπολιτική αστάθεια στην περιοχή.
Σε συνέντευξή του στη σερβική εφημερίδα «Politika», ο υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι η Ελλάδα θεωρεί τα Δυτικά Βαλκάνια αναπόσπαστο μέρος της ευρωπαϊκής οικογένειας και υποστηρίζει την επιτάχυνση της διαδικασίας διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο κ. Γεραπετρίτης υπενθύμισε ότι η Ελλάδα πρωτοστάτησε με την Ατζέντα της Θεσσαλονίκης το 2003 στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής προοπτικής των Δυτικών Βαλκανίων. Τόνισε ότι η τρέχουσα συγκυρία προσφέρει ευκαιρία για νέα ώθηση στη διαδικασία ένταξης, με στόχο, ενόψει της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο του 2027, να καταστεί εφικτή η ένταξη μίας ή περισσότερων χωρών της περιοχής.
«Δεν μπορούμε να φανταστούμε μία Ευρώπη χωρίς τη Σερβία και τα Δυτικά Βαλκάνια», σημείωσε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι το ζήτημα αφορά τόσο τη σταθερότητα και την ασφάλεια της περιοχής όσο και την αξιοπιστία της ίδιας της ΕΕ.
Ελληνοσερβικές σχέσεις και συνεργασία
Ο υπουργός αναφέρθηκε ειδικά στη Σερβία, χαρακτηρίζοντάς την γεωπολιτικά κρίσιμο παράγοντα για την περιοχή, και επανέλαβε τη στήριξη της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή της πορεία. Τόνισε την ανάγκη συνέχισης των μεταρρυθμίσεων και της προσαρμογής στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, υπενθυμίζοντας το μνημόνιο συνεργασίας που υπέγραψαν Αθήνα και Βελιγράδι τον Σεπτέμβριο του 2025 για την παροχή ελληνικής τεχνογνωσίας στην ενταξιακή διαδικασία.
Αναφερόμενος στις διμερείς σχέσεις, υπογράμμισε ότι οι δύο χώρες συνδέονται με μακρούς ιστορικούς, πολιτιστικούς και θρησκευτικούς δεσμούς, που τα τελευταία χρόνια έχουν αποκτήσει στρατηγικό χαρακτήρα. Η Κοινή Διακήρυξη του 2019 και το Μνημόνιο Κατανόησης του 2024, όπως είπε, αποτυπώνουν τη βούληση για περαιτέρω εμβάθυνση της συνεργασίας σε όλους τους τομείς.
Παράλληλα, επανέλαβε τη σταθερή ελληνική θέση υπέρ του διαλόγου μεταξύ Βελιγραδίου και Πρίστινας υπό την αιγίδα της ΕΕ, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα παραμένει μεταξύ των πέντε κρατών-μελών που δεν αναγνωρίζουν τη μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου.
Ενεργειακή στρατηγική και περιφερειακή σταθερότητα
Ιδιαίτερη βαρύτητα απέδωσε ο κ. Γεραπετρίτης στην ενεργειακή συνεργασία Ελλάδας και Σερβίας, τονίζοντας ότι η Ελλάδα έχει εξελιχθεί σε βασική νότια ενεργειακή πύλη για τα Δυτικά Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η χώρα, όπως ανέφερε, συμβάλλει στη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού και στη μείωση της εξάρτησης από μεμονωμένους προμηθευτές.
Κομβικό ρόλο διαδραματίζουν η πλωτή μονάδα FSRU της Αλεξανδρούπολης και ο τερματικός σταθμός LNG της Ρεβυθούσας, ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει η ανάπτυξη του Κάθετου Διαδρόμου φυσικού αερίου μέσω των διασυνδέσεων Ελλάδας - Βόρειας Μακεδονίας και Βόρειας Μακεδονίας - Σερβίας. Η συνεργασία, πρόσθεσε, μπορεί να επεκταθεί στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και σε νέες τεχνολογίες όπως το υδρογόνο.
Διεθνής ρόλος της Ελλάδας και μεταναστευτικό
Ο υπουργός Εξωτερικών περιέγραψε την Ελλάδα ως δύναμη σταθερότητας σε μια περίοδο αυξημένων περιφερειακών εντάσεων. Επεσήμανε ότι η Αθήνα παραμένει προσηλωμένη στη διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες και επενδύει στη δημιουργία γεφυρών συνεργασίας με όλες τις χώρες της περιοχής.
Αναφέρθηκε στη δομημένη σχέση με την Τουρκία, που αποδίδει απτά αποτελέσματα, καθώς και στις λειτουργικές σχέσεις με τη Λιβύη. Παράλληλα, σημείωσε τις στρατηγικές σχέσεις με το Ισραήλ και τους στενούς δεσμούς με τον αραβικό κόσμο, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα αποτελεί αξιόπιστο συνομιλητή και εταίρο στην περιοχή.
Ο κ. Γεραπετρίτης αναφέρθηκε στη συμμετοχή της χώρας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για τη διετία 2025-2026, εκτιμώντας ότι η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να ενισχύσει περαιτέρω το διπλωματικό της αποτύπωμα ως πυλώνας ειρήνης και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Σχετικά με το μεταναστευτικό, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να σηκώνει δυσανάλογο βάρος λόγω της γεωγραφικής της θέσης, ενώ καλείται να προστατεύει τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ. Η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή και την Αφρική δημιουργεί ανησυχίες για αύξηση των ροών, ωστόσο ο υπουργός τόνισε ότι η αντιμετώπιση του φαινομένου αποτελεί ευρωπαϊκή και διεθνή πρόκληση.
Η Ελλάδα, όπως είπε, εφαρμόζει δίκαιη αλλά αυστηρή μεταναστευτική πολιτική και εργάζεται για τον περιορισμό των ροών από τη Λιβύη μέσω συνεργασίας με όλες τις πλευρές. Παράλληλα, επισήμανε τη σημασία του Νέου Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, υπογραμμίζοντας ότι η ουσιαστική αντιμετώπιση του ζητήματος απαιτεί αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων, όπως οι ένοπλες συγκρούσεις, η φτώχεια, η επισιτιστική ανασφάλεια και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.