Η οικογένεια ενός ζεύγους Βρετανών κρατουμένων στο Ιράν κατήγγειλε ότι οι δύο πολίτες χρησιμοποιήθηκαν ως «ανθρώπινες ασπίδες» κατά τη διάρκεια του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου στη χώρα, επιρρίπτοντας ευθύνες στη βρετανική κυβέρνηση για αδράνεια στην απελευθέρωσή τους.
Η Λίντσεϊ και ο Κρεγκ Φόρμαν καταδικάστηκαν σε δεκαετή κάθειρξη πέρυσι, έπειτα από κατηγορίες του Ιράν για κατασκοπεία, τις οποίες οι ίδιοι αρνούνται κατηγορηματικά. Η οικογένειά τους υποστηρίζει ότι το ζευγάρι κρατείται υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και πως πρόσφατη έκρηξη κοντά στη φυλακή Εβίν στην Τεχεράνη προκάλεσε ζημιές στο κελί του Κρεγκ Φόρμαν, με σοβάδες να πέφτουν πάνω στους κρατούμενους.
«Οι γονείς μου ζουν υπό έναν... διαρκή, εκκωφαντικό ήχο από 600 drones στον ουρανό. Μοιράζονται μικρά ορθογώνια κελιά με ποντίκια και κατσαρίδες, κοιμούνται σε μεταλλικές κουκέτες χωρίς στρώματα σε μια κατάσταση μόνιμου σωματικού πόνου», ανέφερε ο γιος τους, Τζο Μπένετ, σε ανακοίνωσή του.
Κριτική εις βάρος της κυβέρνησης
Το ζευγάρι συνελήφθη τον Ιανουάριο του 2025, ενώ ταξίδευε στο Ιράν με μοτοσυκλέτες στο πλαίσιο ενός ταξιδιού ανά τον κόσμο. Τον επόμενο μήνα, τα κρατικά ιρανικά μέσα ενημέρωσης ανακοίνωσαν τη φυλάκισή τους με κατηγορίες για κατασκοπεία.
Ο Τζο Μπένετ έχει ξεκινήσει εκστρατεία ζητώντας από τη βρετανική κυβέρνηση να αναλάβει δράση για την απελευθέρωση των γονιών του. Μιλώντας σε διάσκεψη για τις αυθαίρετες συλλήψεις στην Ουάσινγκτον, δήλωσε ότι οι γονείς του αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι και πως η βρετανική υποστήριξη περιορίζεται σε βασική πρακτική βοήθεια.
Η βρετανική κυβέρνηση έχει χαρακτηρίσει την ποινή των Φόρμαν «απολύτως αδικαιολόγητη» και διαβεβαιώνει ότι συνεχίζει να ασκεί πιέσεις για την απελευθέρωσή τους. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Μπένετ, η υπουργός Εξωτερικών Ιβέτ Κούπερ παρείχε μόνο «καθυστέρηση και αβεβαιότητα» κατά τη διάρκεια συνάντησης που είχαν αυτή την εβδομάδα.
Το γραφείο Τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα για σχολιασμό.