Η ακύρωση του μεγαλύτερου μέρους των δασμών Τραμπ από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αλλάζει το τοπίο στην αμερικανική εμπορική πολιτική και πυροδοτεί νέο κύκλο αβεβαιότητας στις διεθνείς αγορές.
Παρότι ο πρόεδρος επιχειρεί να επαναφέρει δασμούς μέσω εναλλακτικής νομικής βάσης, το θεσμικό πλαίσιο γίνεται πιο περιοριστικό.
Η εξέλιξη δεν αποτελεί απλώς μια νομική ανατροπή, αλλά έναν καταλύτη για νέο κύκλο αβεβαιότητας στο παγκόσμιο εμπόριο αλλά και τις αγορές χρήματος και κεφαλαίου.
Επιχειρήσεις και επενδυτές καλούνται να επαναξιολογήσουν στρατηγικές, καθώς το πλαίσιο άσκησης της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής αλλάζει και πάλι, χωρίς όμως να ξεκαθαρίζει η επόμενη ημέρα.
Επιπλέον η οργή Τραμπ, ένας πρόεδρος που δεν μπορεί εύκολα να δεχθεί την απόρριψη, δημιουργεί κινδύνους για νέες θεαματικές κινήσεις - αντίδρασης, κινήσεις που ίσως συνδέονται με νέους κινδύνους.
Θεσμικό φρένο στη δασμολογική πολιτική
Με πλειοψηφία 6-3, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η επίκληση των εξουσιών έκτακτης ανάγκης (IEEPA) για την επιβολή εκτεταμένων δασμών παραβίαζε το Σύνταγμα.
Σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times, η απόφαση θέτει σαφή όρια στη δυνατότητα του προέδρου να χρησιμοποιεί τους δασμούς ως εργαλείο άμεσης γεωπολιτικής πίεσης, περιορίζοντας μια πρακτική που είχε μετατραπεί σε κεντρικό άξονα της πολιτικής «America First».
Οι δασμοί υπήρξαν βασικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας του Τραμπ, όχι μόνο ως μέσο προστασίας της αμερικανικής παραγωγής αλλά και ως μοχλός διαπραγμάτευσης απέναντι σε εμπορικούς εταίρους. Η απόφαση συνιστά θεσμικό πλήγμα στη διευρυμένη ερμηνεία της προεδρικής εξουσίας, επαναφέροντας στο προσκήνιο τον ρόλο των «ελέγχων και ισορροπιών» στο αμερικανικό σύστημα διακυβέρνησης.
Ο πρόεδρος αντέδρασε έντονα και προχώρησε στην επιβολή νέου οριζόντιου δασμού 10% για διάστημα 150 ημερών, επικαλούμενος διαφορετική νομική βάση (Section 122 του νόμου του 1974).
Όπως σημειώνει το Bloomberg, οι νέοι αυτοί δασμοί έχουν προσωρινό χαρακτήρα και υπόκεινται σε αυστηρότερες διαδικαστικές προϋποθέσεις, περιορίζοντας τα περιθώρια αιφνιδιαστικών κινήσεων.
Αγορές σε νέα αβεβαιότητα
Η χρονική συγκυρία εντείνει τις επιπτώσεις. Το Bloomberg αναφέρει ότι η αμερικανική οικονομία εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης, ενώ οι πολιτικές πιέσεις αυξάνονται ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου 2026. Οι δασμοί έχουν επιβαρύνει το κόστος για επιχειρήσεις και καταναλωτές, χωρίς να έχουν επιτύχει σαφή μείωση του εμπορικού ελλείμματος ή τη βιομηχανική «αναγέννηση» που είχε υποσχεθεί ο Τραμπ.
Παράλληλα, σύμφωνα με αναλύσεις του Investing.com, εξετάζεται το ενδεχόμενο επιστροφής σημαντικών ποσών σε επιχειρήσεις που κατέβαλαν δασμούς βάσει της ακυρωθείσας νομικής θεμελίωσης — μια διαδικασία σύνθετη, με δημοσιονομικές και νομικές προεκτάσεις.
Στην Ευρώπη και στην Ασία, η απόφαση δεν αντιμετωπίζεται ως οριστική αποκλιμάκωση. Όπως επισημαίνει το Investing.com, ενισχύεται η αίσθηση ρευστότητας, καθώς η πιθανότητα επαναφοράς δασμών μέσω εναλλακτικών νομικών οδών δημιουργεί κλίμα επιφυλακτικότητας, επιβραδύνει παραγγελίες και καθιστά δυσκολότερο τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Πολλές πολυεθνικές έχουν ήδη αναδιαρθρώσει τις αλυσίδες εφοδιασμού τους, μεταφέροντας παραγωγή και περιορίζοντας την έκθεσή τους σε αγορές υψηλών δασμών.
Οι αλλαγές αυτές θεωρούνται σε μεγάλο βαθμό μη αναστρέψιμες, γεγονός που σημαίνει ότι ακόμη και αν οι εμπορικές εντάσεις αποκλιμακωθούν, το παγκόσμιο εμπορικό τοπίο έχει ήδη μεταβληθεί.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν τερματίζει τους δασμολογικούς ανταγωνισμούς. Μεταβάλλει όμως το θεσμικό τους πλαίσιο και περιορίζει τη μονομερή ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας. Για τις αγορές, το μήνυμα είναι σαφές: το ρίσκο δεν εξαφανίζεται — αλλάζει μορφή.