Αντιδράσεις προκάλεσε η δημοσίευση ρετουσαρισμένης φωτογραφίας διαδηλώτριας από τον Λευκό Οίκο στον επίσημο λογαριασμό του στο X, χωρίς να διευκρινίζεται ότι η εικόνα είχε υποστεί επεξεργασία.
Στη φωτογραφία απεικονίζεται η Νεκίμα Λιβάι Άρμστρονγκ, η οποία παρουσιάζεται με έντονη συναισθηματική φόρτιση, σε αντίθεση με το πρωτότυπο στιγμιότυπο που είχε δημοσιεύσει νωρίτερα η υπουργός Εσωτερικής Ασφαλείας Κρίστι Νόεμ, όπου το πρόσωπό της ήταν ήρεμο.
Η ανάρτηση του Λευκού Οίκου δεν ανέφερε ότι πρόκειται για επεξεργασμένη εικόνα, γεγονός που προκάλεσε πλήθος επικρίσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο, ο Λευκός Οίκος παρέπεμψε στον Κίλαν Ντορ, υποδιευθυντή επικοινωνίας, ο οποίος στην ανάρτησή του υποστήριξε πως «η εφαρμογή του νόμου θα συνεχισθεί. Τα memes θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν», σχολιάζοντας εμμέσως τη χρήση τέτοιου υλικού για πολιτικούς σκοπούς.
Σχολιάζοντας το φαινόμενο, ο Γουόλτερ Σέιρερ του πανεπιστημίου Notre-Dame τόνισε ότι στη σύγχρονη εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, οι ρετουσαρισμένες φωτογραφίες αποτελούν πλέον κοινή πρακτική στην πολιτική επικοινωνία.
Όπως επισημαίνει, χρησιμοποιούνται συχνά για να πλήξουν προσωπικότητες της αντιπολίτευσης ή να ενισχύσουν ακραία πολιτικά μηνύματα, ενώ η χρήση τους από επίσημους κρατικούς διαύλους εγείρει ζητήματα δεοντολογίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αυξήσει τη χρήση ρετουσαρισμένων και ψηφιακά δημιουργημένων εικόνων, τόσο στο Truth Social όσο και σε άλλες πλατφόρμες.
Ανάμεσα σε αυτές περιλαμβάνονται φωτογραφίες που τον απεικονίζουν ως πάπα, διευθυντή ορχήστρας ή ακόμη και δίπλα σε λιοντάρι, ενώ δεν έχει διστάσει να δημοσιεύσει παρόμοιο υλικό με στόχο τη γελοιοποίηση πολιτικών του αντιπάλων.