Σημαντικές ευκαιρίες αλλά και προκλήσεις για την ελληνική χρηματιστηριακή αγορά φέρνει η αναβάθμισή της από τις αναδυόμενες αγορές (EM) σε ανεπτυγμένες αγορές (DM) σύμφωνα με την JP Morgan.
Όπως αναφέρει σε έκθεση της η επενδυτική τράπεζα, η STOXX επιβεβαίωσε ότι η Ελλάδα θα μετακινηθεί από τις αναδυόμενες στις ανεπτυγμένες αγορές στις 22 Σεπτεμβρίου, εκτιμώντας ότι αυτή η εξέλιξη θα οδηγήσει σε εισροές σχεδόν 1 δισ. δολαρίων (957 εκατ. δολάρια).
Σημειώνει πως η Ελλάδα βρισκόταν ήδη σε λίστα παρακολούθησης για πιθανή αναβάθμιση, επομένως η ανακοίνωση δεν αποτέλεσε έκπληξη για την αγορά. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η ελληνική οικονομία διατηρεί ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη. Η ανάπτυξη κινείται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ η πολιτική σταθερότητα ενισχύει την επενδυτική εμπιστοσύνη. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν επίσης περιορίσει το discount έναντι των ευρωπαϊκών ομοειδών τους, γεγονός που αντανακλά τη βελτίωση των προοπτικών τους.
Παρότι η JPMorgan έχει εκφράσει δυσαρέσκεια για την αντίστοιχη μετάβαση της Ελλάδας από ανεπτυγμένη σε αναδυόμενη αγορά στους δείκτες MSCI, η αναβάθμιση από τη STOXX θεωρείται καθαρά θετική, καθώς λίγοι επενδυτές παρακολουθούν τα προϊόντα EM της STOXX. Η ένταξη της Ελλάδας στον δείκτη STOXX Europe 600 εκτιμάται ότι θα έχει μόνο θετικές επιπτώσεις.
Περίπου το 90% των εισροών αναμένεται να κατευθυνθεί στις τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες που θα ενταχθούν στον δείκτη STOXX Banks, ενώ οι μη τραπεζικές εταιρείες δεν αναμένεται να δουν εισροές άνω των 30 εκατ. δολαρίων.
Η JPMorgan θεωρεί ότι η αναβάθμιση είναι θετική κυρίως για τον τραπεζικό κλάδο, καθώς προσφέρει έναν ισχυρό καταλύτη σε μια περίοδο που οι επενδυτές αναζητούν νέες ευκαιρίες μετά την πρόσφατη διόρθωση των αγορών και τις γεωπολιτικές εντάσεις. Παράλληλα, η ελληνική οικονομία εμφανίζει ισχυρό μακροοικονομικό υπόβαθρο, με ανάπτυξη υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και πολιτική σταθερότητα.
Ωστόσο, η επικείμενη αναβάθμιση της Ελλάδας από τους δείκτες MSCI το 2027 αξιολογείται πιο επιφυλακτικά. Η χώρα θα έχει μικρότερη στάθμιση στους δείκτες των ανεπτυγμένων αγορών (περίπου 0,38% στον MSCI Europe), γεγονός που ενδέχεται να μειώσει το επενδυτικό ενδιαφέρον. Εκτιμάται ότι θα υπάρξουν καθαρές εκροές περίπου 220 εκατ. δολαρίων, καθώς οι εισροές από τις μετοχές που μετακινούνται θα είναι μικρότερες από τις εκροές.