Σαφές μήνυμα για τα ελληνοτουρκικά στέλνει ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, επισημαίνοντας ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για ένα ουσιαστικό συνυποσχετικό με την Τουρκία που θα οδηγούσε στη Χάγη. Ο υπουργός ξεκαθαρίζει πως η Αθήνα αναγνωρίζει ως μοναδική διαφορά που μπορεί να παραπεμφθεί σε διεθνή δικαιοδοσία την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, ενώ ζητήματα ελληνικής κυριαρχίας δεν τίθενται σε διαπραγμάτευση.
Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Political», ο Γιώργος Γεραπετρίτης αναφέρθηκε επίσης στο δικαίωμα επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας - Κύπρου και τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της ΕΕ, ενώ απάντησε στην κριτική του Αντώνη Σαμαρά για υποχωρητικότητα απέναντι στην Τουρκία.
Ο υπουργός επανέλαβε ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να συζητήσει για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας. Όπως σημείωσε, η Αθήνα επένδυσε τα τελευταία τρία χρόνια στον δομημένο διάλογο με την Άγκυρα, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει πρόσφορο έδαφος για πρόοδο.
Ωστόσο, για την προσφυγή σε διεθνή δικαιοδοσία απαιτείται συμφωνία επί του αντικειμένου της διαφοράς και, σύμφωνα με τον υπουργό, οι θέσεις Αθήνας και Άγκυρας «αφίστανται ουσιωδώς».
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης κατηγόρησε την Τουρκία ότι επιδιώκει να εντάξει στη διαδικασία «αυθαίρετες και ανυπόστατες αξιώσεις» που αφορούν ζητήματα ελληνικής κυριαρχίας. Υπογράμμισε ότι «τα ζητήματα κυριαρχίας ήταν, είναι και θα παραμείνουν εκτός συζήτησης» και σημείωσε πως «με τα σημερινά δεδομένα, δεν συντρέχουν ακόμη οι προϋποθέσεις για να αρχίσει ουσιαστική συζήτηση επί του συνυποσχετικού».
Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτό δεν αλλάζει την προσήλωση της Ελλάδας στον διάλογο, ούτε την ετοιμότητά της για επίλυση της διαφοράς οριοθέτησης σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο.
Τα 12 ναυτικά μίλια και η Κρήτη
Σε ερώτηση για την πιθανή επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια νοτίως της Κρήτης, ο υπουργός απέφυγε να προσδιορίσει χρόνο ή περιοχή για την άσκηση του δικαιώματος. Τόνισε ότι η απόφαση ανήκει αποκλειστικά στην Ελλάδα.
Όπως δήλωσε, «η επέκταση των χωρικών μας υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας», διευκρινίζοντας ότι ο χρόνος και ο τρόπος άσκησης θα καθοριστούν μονομερώς από την Ελληνική Πολιτεία με γνώμονα το εθνικό συμφέρον.
Υπενθύμισε, επίσης, την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Ιόνιο, έως το ακρωτήριο Ταίναρο, τονίζοντας ότι στα ζητήματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων η κυβέρνηση «δεν κάνει καμία έκπτωση».
Ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας - Κύπρου και ευρωπαϊκή αλληλεγγύη
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Γιώργος Γεραπετρίτης στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας - Κύπρου, χαρακτηρίζοντάς την Έργο Κοινού Ευρωπαϊκού Ενδιαφέροντος και απολύτως συμβατό με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Επισήμανε ότι η συμμετοχή της γαλλικής Meridiam με πλειοψηφικό πακέτο ενισχύει την ευρωπαϊκή διάσταση του έργου, ενώ Ελλάδα, Γαλλία και Κύπρος έχουν εκφράσει την πολιτική στήριξή τους.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο ενεργοποίησης της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής της ΕΕ (άρθρο 42.7 της Συνθήκης της Λισσαβόνας), εξήγησε ότι αφορά περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά κράτους-μέλους και δεν πρέπει να συνδέεται με υποθετικά σενάρια παρεμπόδισης της πόντισης του καλωδίου.
Αποκάλυψε, ωστόσο, ότι στην ΕΕ βρίσκεται σε εξέλιξη συζήτηση για την αποτελεσματικότερη επιχειρησιακή εφαρμογή της ρήτρας, με την Ελλάδα να «πρωτοστατεί». Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται η εκπόνηση οδικού χάρτη και η αποσαφήνιση του τρόπου αντίδρασης σε περίπτωση ενεργοποίησής της.
Ο υπουργός τόνισε ότι η Ελλάδα διαθέτει διπλωματικά, νομικά, ευρωπαϊκά και αμυντικά μέσα, ενώ επικαλέστηκε τη στήριξη της ΕΕ, τη στρατηγική σχέση με τη Γαλλία και τις ευρύτερες συμμαχίες της χώρας. Για την έρευνα και πόντιση καλωδίων, την οποία χαρακτήρισε ελευθερία κατοχυρωμένη από το Δίκαιο της Θάλασσας, χρησιμοποίησε αυστηρή γλώσσα: «Δεν χωρεί μέση οδός. Όποιος θεωρεί ότι μπορεί να παραβιάζει διεθνείς και ευρωπαϊκούς κανόνες χωρίς τίμημα, στο τέλος πληρώνει με τόκο».
Αντιπαράθεση με τον Αντώνη Σαμαρά
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης απάντησε στην κριτική του Αντώνη Σαμαρά περί υποχωρητικότητας στα ελληνοτουρκικά και πολιτικής κατευνασμού. Αφού σημείωσε ότι οι απόψεις πρώην πρωθυπουργού είναι σεβαστές, αντέτεινε πως όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις συνομιλούσαν με την Τουρκία, συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης Σαμαρά, «και μάλιστα σε πολύ χειρότερες συνθήκες».
Όπως υπογράμμισε, «ο διάλογος με την Τουρκία δεν αποτελεί ούτε καινοτομία της σημερινής κυβέρνησης ούτε ένδειξη υποχωρητικότητας», αλλά διαχρονικό εργαλείο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Σύμφωνα με τον υπουργό, αυτό που έχει αλλάξει είναι η συγκριτική θέση της Ελλάδας, η οποία βρίσκεται σήμερα σε ισχυρότερη θέση διπλωματικά, αμυντικά και οικονομικά, με διευρυμένες διεθνείς συμμαχίες και συνεργασίες.
Ως παραδείγματα της πολιτικής αυτής ανέφερε τα θαλάσσια πάρκα, τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, τις έρευνες για τον υποθαλάσσιο πλούτο και τη συνολική παρουσία της χώρας στην περιοχή, σημειώνοντας ότι πλέον «η Ελλάδα αναλαμβάνει πρωτοβουλίες στο πεδίο και εισπράττει τις, εν πολλοίς αναμενόμενες, αντιδράσεις».
Καταλήγοντας, ο υπουργός χαρακτήρισε «στρέβλωση της πραγματικότητας, αν όχι ιδεοληψία και υποκρισία» την ταύτιση του διαλόγου με την υποχωρητικότητα. Διαβεβαίωσε ότι η Αθήνα θα συνεχίσει να συνομιλεί με αυτοπεποίθηση, χωρίς παραχωρήσεις στις ελληνικές θέσεις και ενισχύοντας τη διεθνή ισχύ της χώρας. «Θα συνεχίσουμε να χτίζουμε γέφυρες και την ίδια στιγμή να πολλαπλασιάζουμε την ισχύ μας στον κόσμο», τόνισε.