Τη δυσαρέσκειά της για τις κυβερνητικές εξαγγελίες στη ΔΕΘ εκφράζει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εστιατορικών και Συναφών Επαγγελμάτων (ΠΟΕΣΕ), επισημαίνοντας πως τα μέτρα που ανακοινώθηκαν δεν παρέχουν ουσιαστική στήριξη στον κλάδο της εστίασης.
Όπως αναφέρει η ΠΟΕΣΕ, μεταξύ των βασικών αιτημάτων του κλάδου συμπεριλαμβάνονται η επαναφορά ενιαίου ΦΠΑ 13% για το σύνολο της εστίασης (με εξαίρεση τα αλκοολούχα), η κατάργηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στον καφέ, η κατάργηση του φόρου παρεπιδημούντων για online παραγγελίες, delivery και διανομή, καθώς και η κατάργηση των προσαυξήσεων στις ασφαλιστικές εισφορές για εργασία σε Κυριακές, αργίες και νυχτερινές ώρες.
Η ομοσπονδία τονίζει πως «κανένα από αυτά τα πάγια αιτήματά μας δεν έγινε πράξη». Εκτιμά ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού θα επιβαρύνει περαιτέρω το εργασιακό κόστος των επιχειρήσεων, ενώ η μείωση κατά 0,5% των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων δεν επαρκεί ως αντιστάθμισμα.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που παραθέτει η ΠΟΕΣΕ με καφέ που απασχολεί πέντε εργαζόμενους και έχει ετήσια μισθοδοσία 105.000 ευρώ. Σύμφωνα με την ομοσπονδία, η φορολογική ελάφρυνση από τα κυβερνητικά μέτρα ανέρχεται σε 2.534 ευρώ ετησίως, από 4.783 σε 2.249 ευρώ.
Αντίθετα, η ΠΟΕΣΕ υποστηρίζει ότι η μετάταξη του τζίρου από ΦΠΑ 24% σε 13%, με διατήρηση των ίδιων τελικών τιμών για τον καταναλωτή, θα οδηγούσε σε σημαντικά μεγαλύτερη ελάφρυνση. Ενδεικτικά, για ετήσιο τζίρο 350.000 ευρώ η διαφορά υπολογίζεται σε 27.477 ευρώ, για 375.000 ευρώ σε 29.439 ευρώ και για 400.000 ευρώ σε 31.401 ευρώ.
Παράλληλα, η ομοσπονδία επισημαίνει ότι οι επιχειρήσεις του κλάδου αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος ενέργειας, πρώτων υλών, τραπεζικών προμηθειών, ενοικίων και λοιπών λειτουργικών δαπανών. Επιπλέον, αρκετές επιχειρήσεις καταγράφουν μείωση του τζίρου τους.
Η ΠΟΕΣΕ σημειώνει πως «η εστίαση δεν ζήτησε ειδική μεταχείριση», αλλά «στοχευμένα μέτρα για τη βιωσιμότητα του κλάδου», τονίζοντας ότι πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους εργοδοτικούς και παραγωγικούς τομείς της χώρας.
Τέλος, η ομοσπονδία καλεί την κυβέρνηση να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της εστίασης, κάνοντας λόγο για ανάγκη «σεβασμού, ισονομίας και πολιτικής ευθύνης» και υπογραμμίζοντας ότι ο κλάδος δεν μπορεί να παραμένει «αόρατος» στον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής.