Τον ομφάλιο λώρο με το φυσικό αέριο φαίνεται πως κόβει η Ευρώπη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον τρόπο που αυτό επηρεάζει την τιμή του ηλεκτρισμού, σύμφωνα με τα στοιχεία του φετινού Power Barometer της Eurelectric. Ενώ, δηλαδή, οι τιμές του φυσικού αερίου αυξήθηκαν μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου κατά 88%, οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος αυξήθηκαν κατά 22%.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την αλλαγή του ενεργειακού μείγματος της Ευρώπης, με τις πηγές χαμηλών ή μηδενικών εκπομπών να καλύπτουν πλέον το 73% της ηλεκτροπαραγωγής.
Παράλληλα, μόνο την περίοδο 2022-2025 η εγκατεστημένη ισχύς των ΑΠΕ αυξήθηκε κατά 43%. Όσο, όμως, μεγαλώνει η συμμετοχή των ΑΠΕ, τόσο μεγαλώνει και η ανάγκη να μπορεί το σύστημα να αποθηκεύει την ενέργεια όταν υπάρχει περίσσευμα και να την επιστρέφει στο δίκτυο όταν χρειάζεται.
Η νέα ενεργειακή κρίση και η διαφορετική συμπεριφορά του ηλεκτρισμού
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε χθες ο Kristian Ruby, Γενικός Γραμματέας της Eurelectric, η Ευρώπη απέχει ακόμη σημαντικά από την ακραία κατάσταση που καταγράφηκε τον Σεπτέμβριο του 2022, όταν οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας εκτοξεύθηκαν.
Όπως εξήγησε, μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, οι τιμές του φυσικού αερίου αυξήθηκαν κατά περίπου 40% και ενώ θα περίμενε κανείς, με βάση τη μέχρι σήμερα εμπειρία των ευρωπαϊκών αγορών, ότι η αύξηση αυτή θα μεταφερόταν σχεδόν αυτόματα και στην ηλεκτρική ενέργεια, αυτό δε συνέβη.
Επιπλέον, τους πρώτους τέσσερις μήνες, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη μειώθηκαν, παρά την άνοδο του φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το γεγονός ότι η παραδοσιακή σχέση μεταξύ των τιμών φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού φαίνεται πλέον να εξασθενεί, είναι ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της φετινής ανάλυσης της Eurelectric.
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν εξετάζεται σε ορίζοντα ολόκληρου του έτους, διότι παρά τη γεωπολιτική κρίση και ένα ιδιαίτερα δύσκολο καλοκαίρι για τα ευρωπαϊκά ηλεκτρικά συστήματα, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκαν κατά 22%, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου κατά 88%.
Όπως είπε η διαφορά αυτή δείχνει πως η αύξηση της παραγωγής από πηγές χαμηλών ή μηδενικών εκπομπών, σε συνδυασμό με την αποθήκευση και άλλες μορφές ευελιξίας, αρχίζει να δημιουργεί ένα διαφορετικό μοντέλο λειτουργίας της αγοράς.
Σύμφωνα με την Eurelectric το φυσικό αέριο δε θα εξαφανιστεί μετά το 2030 από το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα και μάλιστα, η Ευρώπη θα το χρειαστεί για αρκετά ακόμη χρόνια.
Ωστόσο, στόχος είναι να μειωθεί η εξάρτηση από αυτό, ώστε οι γεωπολιτικές διακυμάνσεις των τιμών του φυσικού αερίου να επηρεάζουν λιγότερο τις τιμές ηλεκτρισμού.
Και η μοναδική συνταγή είναι περισσότερες ΑΠΕ, περισσότερη αποθήκευση και περισσότερη ευελιξία από την πλευρά της ζήτησης.
Γιατί Ισπανία και Ιταλία αντέδρασαν διαφορετικά στην κρίση
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σύγκριση Ισπανίας και Ιταλίας μετά την ενεργειακή αναταραχή. Οι δύο χώρες, παρότι βρίσκονται στην ίδια ευρωπαϊκή περιφέρεια και εκτέθηκαν στην ίδια γεωπολιτική κρίση, δεν παρουσίασαν την ίδια συμπεριφορά στις τιμές ηλεκτρισμού.
Στην Ισπανία, οι τιμές παρουσίασαν άμεση αντίδραση, όμως παρέμειναν σε χαμηλότερα επίπεδα από εκείνα της Ιταλίας, με τη διαφορά να αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στη διαφορετική σύνθεση του ενεργειακού τους μείγματος.
Η ισπανική αγορά διαθέτει έναν συνδυασμό ανανεώσιμων πηγών, αποθήκευσης, υδροηλεκτρικής και πυρηνικής παραγωγής, ενώ αντίθετα, στην Ιταλία η παραγωγή βασίζεται περισσότερο στον συνδυασμό φυσικού αερίου και ΑΠΕ, με τις μονάδες φυσικού αερίου να καλύπτουν σημαντικό μέρος της αιχμής της ζήτησης, κάτι που συμβαίνει και στην περίπτωση της χώρας μας δηλαδή.
Πώς η Βουλγαρία άλλαξε το παιχνίδι
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το παράδειγμα της Βουλγαρίας, η οποία πριν από περίπου δύο χρόνια εμφάνιζε μέσες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας πάνω από 20% υψηλότερες σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Στη συνέχεια, όμως, όταν προχώρησε σε ανάπτυξη 5,4 GW αποθηκευτικής ικανότητας, η διαφορά περιορίστηκε και πλέον οι τιμές βρίσκονται περίπου στο 8% πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Θυμίζουμε πως η αποθήκευση επιτρέπει την αξιοποίηση της φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας όταν υπάρχει υψηλή παραγωγή από ΑΠΕ και την επανεισαγωγή της στο σύστημα όταν οι τιμές και η ζήτηση αυξάνονται, λειτουργώντας ουσιαστικά ως εργαλείο εξισορρόπησης της αγοράς και περιορισμού των ακραίων διακυμάνσεων.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Eurelectric, αυτό ακριβώς είναι που αρχίζουν να «διαβάζουν» οι επενδυτές. Οι μεγάλες διαφορές τιμών μέσα στην ίδια ημέρα δημιουργούν οικονομικό κίνητρο για επενδύσεις σε αποθήκευση.
Η φθηνή ενέργεια των ωρών υψηλής ηλιακής παραγωγής μπορεί να αποθηκευτεί και να διατεθεί κατά τις ώρες αιχμής, όταν οι τιμές είναι υψηλότερες.
Η Φινλανδία δείχνει τον δρόμο
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Φινλανδίας, όπου ο συνδυασμός πυρηνικής ενέργειας, υδροηλεκτρικής παραγωγής και ΑΠΕ έχει οδηγήσει τη χώρα σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Στην περίοδο Φεβρουαρίου-Αυγούστου, σύμφωνα με το Power Barometer, η μέση τιμή της αγοράς βρισκόταν κάτω από τα 40 ευρώ ανά MWh, παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις και την κρίση των ορυκτών καυσίμων.
Αυτό, όμως που έχει ιδιαίτερη αξία είναι πως η χώρα αξιοποιεί τις ώρες πολύ χαμηλών τιμών για την παραγωγή θερμότητας από μεγάλους ηλεκτρικούς λέβητες.
Όταν η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας πέφτει πολύ χαμηλά, αυξάνουν τη λειτουργία τους και μετατρέπουν τη φθηνή ηλεκτρική ενέργεια σε θερμότητα, ενώ όταν οι τιμές ανεβαίνουν, η λειτουργία τους περιορίζεται.
Το μοντέλο αυτό, όπως επισημάνθηκε από τον κ. Ruby, δεν αποτελεί τεχνολογική «πυρηνική επιστήμη», αλλά μια σχετικά απλή λύση, κατάλληλη ειδικά για περιοχές που διαθέτουν οργανωμένα συστήματα τηλεθέρμανσης.
Το 73% ηλεκτροπαραγωγής χαμηλών εκπομπών ή χωρίς άνθρακα
Παρά τις συζητήσεις για καθυστερήσεις και προβλήματα στην ενεργειακή μετάβαση, τα στοιχεία δείχνουν μια σημαντική αλλαγή στη δομή της ευρωπαϊκής ηλεκτροπαραγωγής.
Σύμφωνα με την έρευνα, το 73% της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη προέρχεται πλέον από πηγές χαμηλών ή μηδενικών εκπομπών, ενώ την ίδια στιγμή, το μερίδιο των ορυκτών καυσίμων έχει μειωθεί από σχεδόν 40% στο 27% το 2026.
Οι εκπομπές από τον ηλεκτρικό τομέα έχουν μειωθεί περισσότερο από 50% από το 2009, καθιστώντας την ηλεκτροπαραγωγή έναν από τους βασικούς πρωταγωνιστές της ευρωπαϊκής απανθρακοποίησης.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ, καθώς μεταξύ 2022 και 2025, η εγκατεστημένη δυναμικότητα ανανεώσιμων πηγών αυξήθηκε κατά 43%.
Δεν αρκεί πλέον να εγκαθιστούμε ΑΠΕ, τεράστιες ανάγκες για αποθήκευση
Η μεγάλη αλλαγή για την επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης είναι ότι η εγκατάσταση νέων φωτοβολταϊκών και αιολικών πάρκων δεν αρκεί από μόνη της.
Όσο αυξάνεται η παραγωγή ΑΠΕ, αυξάνονται και οι ώρες κατά τις οποίες η αγορά έχει πολύ φθηνή ηλεκτρική ενέργεια, γεγονός που συμπιέζει τα έσοδα των ίδιων των παραγωγών.
Για τον λόγο αυτό, η Eurelectric θεωρεί ότι οι νέες επενδύσεις στα φωτοβολταϊκά θα χρειαστούν ολοένα περισσότερο μπαταρίες και άλλες μορφές ευελιξίας.
Η Ευρώπη διαθέτει σήμερα περίπου 64 GW εγκατεστημένης αποθήκευσης σε επίπεδο utility scale, με την Eurelectric να εκτιμά ότι μέχρι το 2030 θα προστεθούν ακόμη 78 GW.
Ωστόσο, ακόμη όμως και αυτή η μεγάλη αύξηση δεν θα είναι αρκετή για να καλύψει το συνολικό κενό που εντοπίζεται στο σύστημα.
Τα δίκτυα ένα ακόμη «αγκάθι»
Ένας κρίσιμος παράγοντας, που μπορεί να περιορίσει την ταχύτητα της ενεργειακής μετάβασης, είναι τα δίκτυα.
Η αύξηση των επενδύσεων είναι ορατή, όμως σύμφωνα με την Eurelectric παραμένει κάτω από το επίπεδο των 67 δισ. ευρώ που απαιτείται ετησίως.
Και παρότι η Γερμανία αποτελεί ένα θετικό παράδειγμα, καθώς έχει αυξήσει σημαντικά τις επενδύσεις της στα δίκτυα, ωστόσο, σε ευρωπαϊκό επίπεδο το επενδυτικό κενό παραμένει.
Και περισσότερες ΑΠΕ χωρίς επαρκή δίκτυα σημαίνουν ότι ένα μέρος της διαθέσιμης παραγωγής δεν μπορεί να μεταφερθεί εκεί όπου υπάρχει ζήτηση.