Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και τα επιδοτούμενα προγράμματα για αγορά πρώτης κατοικίας κατάφεραν να αντιστρέψουν την αρνητική πορεία της στεγαστικής πίστης και να την επαναφέρουν σε θετικό έδαφος για πρώτη φορά έπειτα από 15 χρόνια, επιβεβαιώνοντας πως ο κλάδος αφήνει πίσω του το «στίγμα» της κρίσης.
Το 2025 ο ρυθμός καθαρής πιστωτικής επέκτασης στην αγορά των στεγαστικών δανείων διαμορφώθηκε σε οριακά θετικό επίπεδο για πρώτη φορά έπειτα από 15 χρόνια, αγγίζοντας το +0,7%, έναντι μείωσης -2,6% το προηγούμενο έτος. Παράλληλα, τους πρώτους έξι μήνες του 2026 οι νέες συμβάσεις στεγαστικών δανείων άγγιξαν τα 1,83 δισ. ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 118% σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα του 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.
Τα επιτελεία των τραπεζών παραμένουν αισιόδοξα πως η στεγαστική πίστη θα συνεχίσει να επιταχύνεται εντός του 2026, με όχημα τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τα ειδικά στεγαστικά δάνεια για αγορά πρώτης κατοικίας που προσφέρουν οι τράπεζες και τα κυβερνητικά προγράμματα τύπου «Σπίτι μου 2».
Παρά την αξιοσημείωτη βελτίωση της στεγαστικής πίστης, πολλά νοικοκυριά συνεχίζουν να μένουν εκτός τραπεζικού δανεισμού, ακόμη και αν το εισόδημα τους τους επιτρέπει να καλύψουν με σχετικη άνεση τη μηνιαία δόση του δανείου.
Ο λόγος πίσω από αυτό βρίσκεται στη χαμηλή αποταμιευτική δύναμη των Ελλήνων, η οποία δεν τους επιτρέπει να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα ίδια κεφάλαια για την προκαταβολή που ζητούν οι τράπεζες.
Συγκεκριμένα, ένα τυπικό στεγαστικό δάνειο καλύπτει έως και το 80% της αξίας του ακινήτου, επομένως ο υποψήφιος δανειολήπτης πρέπει να διαθέτει τουλάχιστον το 20% σε ίδια κεφάλαια, συμπληρωματικά με έξοδα των συμβολαίων και των νομικών διαδικασιών.
Ακόμη και τα στεγαστικά δάνεια για αγορά πρώτης κατοικίας που απαιτούν μόλις 10% ίδια συμμετοχή, το ποσό μπορεί να καταστεί υπέρογκο για έναν νέο δανειολήπτη, πρόβλημα που αναδεικνύει και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) σε πρόσφατη έκθεσή του για την Ελλάδα.
Αυτό σημαίνει πως αν ο υποψήφιος δανειολήπτης αιτηθεί στεγαστικό δάνειο για μια κατοικία αξίας 200.000 ευρώ, τότε θα πρέπει να διαθέτει τουλάχιστον τα 40.000 ευρώ, ή τα 20.000 ευρώ αν πρόκειται για ειδικό στεγαστικό δάνειο για νέους, επιπρόσθετα με τα συμβολαιογραφικά έξοδα.
Δεδομένου ότι το το 55% των κατοικιών που διατίθενται προς πώληση κοστίζουν πάνω από 200.000 ευρώ, ενώ μία στις τρεις ξεπερνά τις 280.000 ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία του Spitogatos που αξιοποιεί το ΔΝΤ, τα απαραίτητα κεφάλαια που χρειάζεται ένα νοικοκυριό για να προχωρήσει σε αγορά κατοικίας είναι υψηλά.
Πάνω από το ιστορικό υψηλό του 2008 οι τιμές των κατοικιών
Οι τιμές των οικιστικών ακινήτων μπορεί να βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης, αυξανοντας τις απαιτήσεις των στεγαστικών δανείων, ωστόσο το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων δεν ακολουθεί ανάλογη δυναμική. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ, οι τιμές των κατοικιών έχουν ξεπεράσει τον ρυθμό αύξησης των εισοδημάτων τα χρόνια μετά την οικονομική κρίση.
Από το 2016 έως σήμερα, οι τιμές των ακινήτων έχουν σημειώσει σωρευτική αύξηση περίπου 85%, την ίδια στιγμή που το διαθέσιμο κατά κεφαλήν εισόδημα έχει αυξηθεί μόλις κατά 47%.
Μόνο το 2025, οι τιμές των κατοικιών «χτύπησαν» νέο υψηλό ξεπερνώντας το προηγούμενο ιστορικό ρεκόρ του 2008, με πηγές της αγοράς να προειδοποιούν πως το «ράλι» των τιμών δεν έχει πιάσει ακόμη ταβάνι.
Σύμφωνα με την ΤτΕ, τη χρονιά που μας πέρασε οι τιμές των διαμερισμάτων σε ονομαστικούς όρους αυξήθηκαν το 2025 κατά 8,1%, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ το πρώτο τρίμηνο του 2026 οι τιμές κινήθηκαν με ετήσιο ρυθμό αύξησης 5,7%.
Την ίδια στιγμή, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών κατέγραψε αύξηση μόλις κατά 1,8%, εξαιτίας του πληθωρισμού, ενώ το ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 5,3% κατά μέσο όρο, γεγονός που συμβάλλει στην όξυνση του στεγαστικού ζητήματος τα τελευταία έτη στην Ελλάδα.
Η δυσανάλογη αυτή πορεία καθιστά τη χορήγηση στεγαστικών δανείων όλο και πιο δύσκολη, καθώς τα ίδια κεφάλαια που είναι απαραίτητα αυξάνονται, αλλά οι Έλληνες δεν μπορούν να τα συγκεντρώσουν.
Δεν αποταμιεύουν οι Έλληνες
Παρόλο που στην ΕΕ το ποσοστό αποταμίευσης αυξήθηκε κατά 0,2 εκατοστιαίες μονάδες το πρώτο τρίμηνο του 2026, στην Ελλάδα σημειώθηκε περαιτέρω υποχώρηση και η δεύτερη μεγαλύτερη μείωση κατά -3,7 εκατοστιαίες μονάδες, μετά τη Ρουμανία που υποχώρησε κατά 5,3 μονάδες, σύμφωνα τη Eurostat.
Παράλληλα, η Ελλάδα βρέθηκε στην πρώτη θέση όσον αφορά τη μείωση του ποσοστού επενδύσεων των νοικοκυριών, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη υποχώρηση μεταξύ των κρατών-μελών κατά -0,7 εκατοστιαίες μονάδες, ποσοστό που σε ευρωπαϊκό επίπεδο παρέμεινε σταθερό.
Η έντονη αντίθεση μεταξύ της Ελλάδας και του ευρωπαϊκού μέσου όρου υπογραμμίζει τις αυξημένες οικονομικές πιέσεις που δέχονται τα ελληνικά νοικοκυριά.
Πώς οι τράπεζες επιχειρούν να αλλάξουν τα δεδομένα
Σε μια προσπάθεια να διευκολύνουν την πρόσβαση των νέων στον τραπεζικό δανεισμό και να στηρίξουν την ιδιοκατοίκηση, οι τράπεζες προσφέρουν ειδικά προϊόντα στεγαστικών δανείων για την αγορά πρώτης κατοικίας, που απευθύνονται σε νέους από 18 έως 50 ετών.
Η διαφορά τους από τα τυπικά στεγαστικά δάνεια έγκειται στο χαμηλότερο επιτόκιο για τα πρώτα έτη, καθώς και στο υψηλότερο ποσοστό χρηματοδότησης, αφού μπορεί να καλύψει έως και το 90% της εκτιμώμενης αξίας του ακινήτου.
Τα προϊόντα αυτά λειτουργούν ως εναλλακτική λύση στο «Σπίτι μου 2», καλύπτοντας περιπτώσεις όπου οι ενδιαφερόμενοι δεν πληρούν τα αυστηρά εισοδηματικά ή πολεοδομικά κριτήρια του προγράμματος και σύμφωνα με τραπεζικές πηγές έχουν υψηλή ζήτηση από το κοινό.
Οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες
Αντιλαμβανόμενη τις παθογένειες του «Σπίτι μου 2», η κυβέρνηση εξετάζει ένα διαφοροποιημένο μοντέλο για το «Σπίτι μου 3», το οποίο θα έχει μόνιμο χαρακτήρα.
Η νέα Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική προτείνει τη δημιουργία ενός προγράμματος που θα παρέχει μόνιμες φορολογικές ελαφρύνσεις στα τραπεζικά ιδρύματα της χώρας, όταν αυτά χορηγούν στεγαστικά δάνεια με μειωμένο επιτόκιο σε επιλέξιμους δικαιούχους.
Ως αποτέλεσμα, το επικείμενο «Σπίτι μου 3» δεν θα εξαρτάται από τους ευρωπαϊκούς πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, ούτε θα έχει προσωρινό χαρακτήρα και προκαθορισμένο προϋπολογισμό. Αντιθέτως, οι φορολογικές πιστώσεις προς τις τράπεζες θα είναι μόνιμες και τα χαμηλότοκα δάνεια σε επιλέξιμους δικαιούχους θα είναι ενσωματωμένα στη συνήθη τραπεζική διαδικασία. Η πρακτική αυτή βασίζεται σε παρόμοιες ευρωπαϊκές πρακτικές.